Τὸ ἔχω προσέξει καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ
προσδιορίσω ἀκριβῶς τὴν αἰτία του. Ὅταν δὲν εἶσαι καλὰ μὲ τὸν ἑαυτό σου, μὲ τὴν
ἐσωτερική σου ζωή, τὸ νὰ βρεθεῖς σὲ περιβάλλον ὡραῖο, σὲ καταστάσεις εὐτυχισμένες,
ἀκόμη καὶ σὲ ἐπιτυχίες δικές σου ποὺ δὲν αἰσθάνεσαι πὼς δίκαια ἐσὺ πέτυχες, πὼς
ἄξια σοῦ ἀνήκουν, περισσότερο γκρεμίζεσαι ψυχολογικὰ παρὰ ἀνυψώνεσαι. Μιὰ χαμηλὴ
φωνὴ ἐντός σου ὑποβάλλει τὴν ἐρώτηση: «Μὰ τί θέλω ἐγὼ ἐδῶ; Πῶς συνταιριάζομαι;»
Θυμᾶμαι ἕνα ταξίδι στὸ Ζάλσμπουρκ τῆς Αὐστρίας, στὸ τέλος
κάποιου Μαΐου μαζὶ μὲ οἰκογένεια φίλων. Τὸ Ζάλσμπουρκ εἶναι πόλη γοητευτική,
θαυμάσια καὶ παράξενα φορτισμένη. Κουβαλάει ἕναν περίπλοκο ψυχισμὸ στοὺς
παραμυθένιους δρόμους του, στὰ σκιερὰ σοκάκια καὶ στὰ γραφικὰ ἀλπικὰ δάση ποὺ τὸ
περιβάλλουν.


.jpg)






.jpg)
.jpg)




.jpg)






.jpg)



.jpg)

