Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

Το αόρατο χέρι της τεχνολογίας

Όπως κανείς δεν μπορούσε να ξέρει πού θα οδηγούσε η λύση του Γουτεμβέργιου, έτσι σήμερα δεν φανταζόμαστε πού οδηγεί η νέα τεχνολογία. Όταν ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος συναρμολογούσε το 1439 την πρώτη τυπογραφική πρέσα, δεν ήξερε ότι θα άλλαζε τον κόσμο. Δεν το ήθελε καν. Το έκανε για να κερδίσει χρήματα και πιθανότατα για να αποπληρώσει τους επενδυτές που του χρηματοδότησαν ένα προηγούμενο ανόητο εγχείρημα. Εκείνη την εποχή έφτιαχνε καθρέφτες από στιλβωμένο μέταλλο που είχαν τη «μαγική» ιδιότητα να αντανακλούν το αόρατο ιερό φως από θρησκευτικά λείψανα.

Η επιχείρηση έπεσε έξω διότι η μεγάλη συλλογή σκηνωμάτων του Καρλομάγνου, που ήταν να εκτεθεί στο Ααχεν της Γερμανίας το 1439, αναβλήθηκε λόγω πλημμυρών και ο Γουτεμβέργιος έπρεπε να βρει κάτι άλλο για να αποζημιώσει τους επενδυτές του. Η «απελευθέρωση της γνώσης από τα μοναστήρια», όπου αναπαράγονταν χειρογράφως μόνο όσα έργα κρίνονταν αρκούντως «ιερά», είναι εκ των υστέρων αποτιμήσεις της γουτεμβεργιανής επανάστασης.

Η τυπογραφία ήταν το καύσιμο της Αναγέννησης.

Το παράδοξο του Ράσελ

Φανταστείτε ότι ζείτε σε ένα χωριό, όπου ισχύει ένας πολύ περίεργος νόμος. Ο νόμος λέει:

1) Όλοι οι κάτοικοι πρέπει να κυκλοφορούν καλοξυρισμένοι

2) Οι κάτοικοι δεν πρέπει να ξυρίζονται μόνοι τους, αλλά από τον κουρέα του χωριού.

Αμέσως αμέσως, έχουμε το εξής παράδοξο: Ποιος θα ξυρίσει τον κουρέα; Δεν μπορεί να ξυριστεί μόνος του, γιατί απαγορεύεται από τον κανονισμό, αλλά δεν μπορεί να κυκλοφορήσει και αξύριστος.

Αυτό το παράδειγμα αναφέρεται ένα από τα γνωστότερα σφάλματα της λογικής και είναι γνωστό σαν παράδοξο του Ράσελ. Ο Μπέρτραντ Ράσελ γνωστός μαθηματικός και φιλόσοφος, ήταν από τους πρωτεργάτες, της θεμελίωσης της Λογικής ως ξεχωριστής επιστήμης. Δημοσίευσε το εν λόγω παράδοξο στην μαθηματική του μορφή το 1901, και έβαλε βόμβα στη θεωρία των συνόλων του Καντόρ. Αναφέρεται ότι είχε ανακαλυφθεί ένα χρόνο νωρίτερα από τον Έρνστ Ζερμέλο, ο οποίος όμως δεν το δημοσίευσε και εχασε την δόξα. Λίγο πολύ αυτό που λέει αυτό το παράδοξο είναι ότι είναι προβληματικό να μιλάμε για σύνολα πραγμάτων, που περιέχουν τον εαυτό τους, δηλαδή την αυτοαναφορικότητα.