Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί,
πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ
να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"
Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους
καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ
αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.
Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που
ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο
μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.
Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός,
φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται,
καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.
Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η
ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος. Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν΄ απαντήσει. Θα ΄ρθει μια
μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά
να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.