Όταν, για μια εξέγερση, ο Μακιαβέλλι λέει απλώς: «Το βράδυ. ..» ή «Το πρωί... », το κάνει γιατί η εξέγερση είναι ήδη εκεί, δεν έχει χρόνο να πει περισσότερα. Του χρειάζεται να αποσυναρμολογήσει τον μηχανισμό της εξέγερσης (είναι ο πρώτος συγγραφέας των μαζών), να εξετάσει τα γρανάζια, να δει πως λειτουργούν οι καρδιές, πως είχαν λειτουργήσει έναν μήνα πριν για να φτάσουμε ως εδώ. Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ και ο αέρας λυσσομανούσε πάνω στο γείσο των σπιτιών της πόλης. Ή ήταν ένα πρωί μαγιάτικο με τις δόξες του, και στεναγμοί ή δόξες βρίσκονται σ' αυτές τις εξεγερμένες καρδιές. Η αυτοψία που κάνει είναι πολύ ακριβής για να του ξεφύγει ένα τέτοιο γεγονός. Ξέρει την αξία του κρύου, της ζέστης, του ανέμου, του ήλιου και της μυρωδιάς της πασχαλιάς για την ανθρώπινη καρδιά. Στην γωνία μιας ξηρής απαρίθμησης λογικών σκέψεων βάζει ξαφνικά, σε μια απ' αυτές, το ίχνος του ανέμου, της νύχτας, του ήλιου ή της πασχαλιάς. Τα ίχνη αυτά είναι μέσα του.
[...] Ξέρει την σημασία που δίνουμε στα πράγματα το πρωί και την σημασία που τους δίνουμε το βράδυ, τις επιπτώσεις του ανοιχτού ουρανού και του ήλιου στην πειθαρχία που κάνει έναν στρατό δυνατό, τις δυσκολίες που συναντά ο ενθουσιασμός μέσα στην παγωνιά· την αξία των αποφάσεων που παίρνονται νύχτα και, γενικότερα, την σημασία, για κάθε είδους πολιτική, της περισσότερης ή της λιγότερης ζέστης στα ευαίσθητα σημεία του σώματος, του περισσότερου ή λιγότερου φωτός στο σκηνικό του κόσμου.
[...] Ξέρει την σημασία που δίνουμε στα πράγματα το πρωί και την σημασία που τους δίνουμε το βράδυ, τις επιπτώσεις του ανοιχτού ουρανού και του ήλιου στην πειθαρχία που κάνει έναν στρατό δυνατό, τις δυσκολίες που συναντά ο ενθουσιασμός μέσα στην παγωνιά· την αξία των αποφάσεων που παίρνονται νύχτα και, γενικότερα, την σημασία, για κάθε είδους πολιτική, της περισσότερης ή της λιγότερης ζέστης στα ευαίσθητα σημεία του σώματος, του περισσότερου ή λιγότερου φωτός στο σκηνικό του κόσμου.


