Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Καμία εμπιστοσύνη στο αύριο

Οι Λατίνοι συγγραφείς με τη φράση ‘Memento Mori’ υπενθυμίζουν τη παντοδυναμία και το αναπόφευκτο του θανάτου.

Λέγεται ότι την ώρα της στέψης των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, υπήρχε πάντα κάποιος που επαναλάμβανε στον αυτοκράτορα τη φράση «Memento Mori», που σημαίνει «θυμήσου το θάνατο». Αυτό γινόταν για να του υπενθυμίσει την θνησιμότητά του, ώστε να τον αποτρέψει από το να είναι άδικος και αλαζόνας.

Κατά τον Μεσαίωνα η φράση επανήλθε με ιδιαίτερη έμφαση στην θεία απόφαση και την σωτηρία της ψυχής. Για τον χριστιανισμό, η προοπτική του θανάτου χρησιμεύει για να τονίσει την κενότητα των απολαύσεων, της πολυτέλειας, καθώς και των ανθρώπινων επιτευγμάτων.

Η πιο ενδιαφέρουσα όμως επανεμφάνιση της φράσης έγινε κατά την Βικτωριανή εποχή, όπου η ανακάλυψη το 1839 της δαγκεροτυπίας (της πρώτης πρακτικής και εμπορικής φωτογραφικής διαδικασίας) μετέτρεψε την προσωπογραφία σε κάτι κοινό και προσιτό, ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να πληρώσουν το αντίτιμο ενός ζωγραφικού πορτραίτου.

Αποφασίζοντας να μοιραστείς κάποιες σκέψεις σχετικά με το φαινόμενο του θανάτου η αλήθεια είναι, ότι ενίοτε δειλιάζεις και δυσφορείς μπροστά στο φόβο να αγγίξεις ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα. Η τοποθέτηση μας δεν έχει να κάνει με τις πεσιμιστικές κρίσεις που απορρέουν ακούγοντας τη λέξη «θάνατος», αλλά αντίθετα σχετίζεται με το κατά πόσο ο θάνατος μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ δυνατό κίνητρο ζωής.

Οι Στωικοί φιλόσοφοι έλεγαν «Απ’ τη στιγμή που γεννηθήκαμε, αρχίζει ο θάνατός μας». Πιο συγκεκριμένα, θεωρούσαν, ότι ο θάνατος είναι φυσικός και η φύση Αγαθή. Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα στον θάνατο που να δικαιολογεί το φόβο των ανθρώπων γι’ αυτόν. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε κατά τους Στωικούς είναι μια ανελεύθερη και αναξιοπρεπή ζωή.

Ο Επίκουρος αναρωτιόταν «Γιατί να φοβάμαι τον θάνατο;» για να καταλήξει ότι « όπου είμαι εγώ, ο θάνατος δεν είναι, και όπου είναι ο θάνατος, δεν είμαι εγώ.»

Ο Βerthold Brecht1 συμβούλευε « μην φοβάσαι τόσο πολύ το θάνατο όσο μια ανεπαρκή ζωή».

Ο θάνατος αποτελεί τον διαχρονικό φόβο του ανθρώπου. Απ’ τη μια μεριά έχουμε τον κλειστό μας κόσμο που είναι κατοικημένος και οργανωμένος. Απ’ την άλλη έχουμε έναν άλλο μικρόκοσμο που εκτείνεται στη περιοχή του αγνώστου. Εμείς φοβόμαστε περισσότερο αυτό που δεν βλέπουμε, το άμορφο, το άγνωστο και γενικώς οτιδήποτε προεκτείνεται πέρα απ’ τα όρια του κλειστού μας μικρόκοσμου. Γι’ αυτό τον λόγο φαντάσματα και δαίμονες πρωτοστατούν στους εφιάλτες και στις φοβίες των ανθρώπων.

Φοβόμαστε για μια τρομοκρατική ενέργεια πριν αυτή γίνει.
Φοβόμαστε για ένα έγκλημα, για μια δολοφονία ή ληστεία πριν αυτή διεξαχθεί.
Φοβόμαστε μην χάσουμε τον άνθρωπο που αγαπάμε πριν ακόμα τον χάσουμε.
Και φυσικά φοβόμαστε τον θάνατο πριν αυτός μας χτυπήσει την πόρτα.

Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ένας καλός τρόπος να αποφύγεις την παγίδα τού να εξετάζεις συνεχώς αυτά που έχεις να χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην παραδοθείς σ’ αυτό που υπαγορεύει ένστικτό σου. Γιατί λοιπόν να μην αντιμετωπίσεις την ιδέα του θανάτου ως μια ακόμη αφορμή να ζήσεις μοναδικά;

Ο θάνατος μπορεί να αποτελέσει τον τελικό κριτή, στον οποίο εμείς πρέπει να επιδείξουμε μια ζωή που όπως έλεγε ο Νίτσε «θα ήμασταν πρόθυμοι να την επαναλάβουμε αεναώς» Συνεπώς, δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο και για σπατάλες στιγμών. Στο τέλος, σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος θα θριαμβεύσει, καθώς ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας και παίζει με το θύμα του μόνο για λίγο πριν αποφασίσει να το καταβροχθίσει.

Μπορεί λοιπόν η ζωή να μην υπάρχει εκεί που υπάρχει ο θάνατος αλλά και ο θάνατος δεν υπάρχει εκεί που υπάρχει η ζωή, παρόλο που μπορεί να τον σκεφτόμαστε. Κι εσύ και εγώ αυτή την στιγμή που συνομιλούμε βρίσκεσαι στη ζωή.

Γράφοντας τα παραπάνω σκεφτόμουν μήπως αυτά αποτελούν μερικές ουτοπικές σκέψεις ενός εικοσάχρονου. Δεν ξέρω… μπορεί και να είναι. Όποια και αν είναι η απάντηση δεν θα με εμποδίσει σε τίποτα να τα γράφω και να συμφωνήσω με τον Οράτιο που στις ‘Ωδές’ του προέτρεπε τους ρωμαίους πολίτες 
«carpe diem, quam minimum credula a postero» ( άδραξε τη μέρα, μείωσε στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη σου στο αύριο).