Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Η κοπέλα που έτρεχε

Όσο τη θυμάμαι όλο έτρεχε. Έτρεχε πάντα πολύ γρήγορα. Δεν ξέρω τι την έβιαζε. Σαν να είχε κάτι πολύ σημαντικό να κάνει και δεν θα το προλάβαινε. Δεν τη ρώτησα ποτέ μου γιατί έτρεχε συνέχεια. Δεν νομίζω να μου έδινε και καμία απάντηση. Δεν φαινόταν να ξέρει ούτε και η ίδια.

Μια φορά μονάχα την είδα ήρεμη να σχεδιάζει μια πρόχειρη σκηνή. Ένα κορίτσι να τρέχει και πίσω του να το κυνηγούν δύο μεγάλες σκιές. Παράτησε τη μουτζούρα στη μέση και μου χαμογέλασε σαν να μην έτρεχε τίποτα.

Βασανίζονταν και δεν ήξερα πως να τη βοηθήσω. Υπέφερε από αυτό το κυνηγητό με τις σκιές της. Είμαι σίγουρη πως ήταν δαιμόνια αυτά που δεν την άφηναν να ησυχάσει ποτέ της. Βιάζονταν να γυρίσει όταν κάναμε βόλτα και ήθελε να τελειώνει αμέσως τον καφέ της.

Ήθελε οι φίλοι της να μην κάθονται πολύ στο σπίτι της κι ας μην είχε κάποια δουλειά για πιο μετά. Ήθελε τα πάντα να γίνονται εντός προκαθορισμένων χρονικών ορίων. Είχε πολύ περίεργη σχέση με το χρόνο. Νομίζω πως τον φοβόταν και μάλιστα πολύ.

Για να μην παρεξηγείται από τους φίλους της προφασιζόταν διάφορες δικαιολογίες. Προτιμούσε την ησυχία της, στο σπίτι της, μόνη της. Γι' αυτό δεν είχε και πολλούς φίλους. Προσπαθούσα να την καταλάβω και να τη μάθω κι άλλο. Πιο πολύ από αυτό που με άφηνε.

Κλειστός άνθρωπος, πολύ κλειστός. Δεν ήταν πάντοτε έτσι όμως. Δεν ξέρω τη μεσολάβησε και μπήκαν μέσα της αυτά τα δαιμόνια. Οι φοβίες της που μετρούσαν κάθε ανάσα της και δεν την άφηναν να χαρεί τη νεότητά της.

Περνούσε ο καιρός κι εκείνη βιάζονταν ακόμα περισσότερο. Δεν έκανε τίποτα καινούριο. Χώρισε με το αγόρι της για να μην είναι υπόλογη της βιασύνης της σε κανέναν και πότε πότε δεχόταν στο σπίτι της επισκέψεις από δυο-τρεις φίλους που της είχαν απομείνει. Ξέραμε πως όταν άρχιζε να κοιτάζει επίμονα το ρολόι έπρεπε να σηκωθούμε και να φύγουμε γιατί δεν ένιωθε καλά.

Ήξερα πως ζωγράφιζε. Ζούσε γράφοντας σε στήλες περιοδικών. Έτσι όπως έγραφε φαινόταν πολύ κοινωνική και είμαι σίγουρη πως ποτέ κανένας δεν θα φανταζόταν πως αυτή η κοπέλα βιαζόταν ακόμα και να φάει. Τα είχε όλα και τα έδιωχνε όλα από κοντά της σιγά σιγά. Της έτρωγαν τον χρόνο της και αυτό την άγχωνε...

Ήταν μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες. Είχε τους φίλους της, τη σχέση της και τη δουλειά της. Απλώς φοβόταν το χρόνο. Φοβόταν τη ζωή της και την άφηνε να φεύγει από κοντά της. Τα δαιμόνια της την τύφλωναν και της ψιθύριζαν στο αυτί τι να κάνει. Έμπαιναν μέσα στην καρδία της και την έκαναν να χτυπά σαν τρελή ξαφνικά και μέσα στο δέρμα της λούζοντας τη με κρύο ιδρώτα όταν δεν τα άκουγε.

Τη θυμάμαι να είναι έτσι πριν δύο χρόνια. Μετά φαίνεται πως μάλλον έκανε τα μαγικά της και σε μένα. Με απομάκρυνε χωρίς να το θέλω και χωρίς να καταλάβω τον τρόπο. Δεν τη βρίσκω πια πουθενά. Μονάχα μια φορά στο κέντρο μου φάνηκε πως την είδα, μια κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά να τρέχει κάπου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου...

Βιβή Κώνστα