Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Οποιος δεν θέλει να ζυμώσει

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και τις προοπτικές της χώρας δεν είναι ένας αφηρημένος δευτερεύων στόχος, έτσι, «για να νιώσουμε καλύτερα».

Η επίτευξή του θα έχει πραγματικά, μετρήσιμα, οφέλη. Χωρίς αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, δεν θα επιστρέψουν οι καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, δεν θα εξομαλυνθούν οι συνθήκες ρευστότητας στην αγορά, δεν θα γίνουν ξένες επενδύσεις, δεν θα εκδηλωθεί ενδιαφέρον για τις αποκρατικοποιήσεις, δεν θα επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές, δεν θα αρχίσουν να προσλαμβάνουν πάλι προσωπικό οι επιχειρήσεις, δεν θα καταφέρουμε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Είναι βέβαια γνωστό ότι υπάρχουν δυνάμεις στη χώρα που επενδύουν στο κλίμα έντασης και αβεβαιότητας, καθώς αν η εμπιστοσύνη αποκαθίστατο, αυτό θα υπονόμευε τις πολιτικές τους επιδιώξεις. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, όμως, είναι η στάση της κυβέρνησης και των βουλευτών της: πώς είναι δυνατόν να ανακτηθεί η αξιοπιστία της χώρας αν η κάθε αξιολόγηση της τρόικας εξελίσσεται σε πολύμηνο θρίλερ; 

Δεν είναι μόνο ότι οι συνεχείς καθυστερήσεις στις καταβολές των δόσεων επιτείνουν τις συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία. Το σημαντικότερο είναι ότι κάθε τρεις μήνες βρισκόμαστε σε μία κατάσταση απόλυτης αβεβαιότητας, με τα διεθνή ΜΜΕ να δημοσιεύουν ανταποκρίσεις, που αμφισβητούν την πολιτική σταθερότητα, την έκβαση του ελέγχου, τις προοπτικές υλοποίησης του ελληνικού Προγράμματος κ.λπ.

Κι αν η «διαπραγμάτευση» –όπως έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε το τριμηνιαίο ψυχόδραμα στο οποίο γινόμαστε μάρτυρες– είναι κατανοητή όταν αφορά απαιτήσεις των δανειστών μας για δημοσιονομικά μέτρα, δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για τις υποχρεώσεις της χώρας που απορρέουν από το διαρθρωτικό σκέλος του Μνημονίου. 

Από τον Ιούλιο γνωρίζαμε ότι το κράτος όφειλε να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, να ψηφίσει τον κώδικα των δικηγόρων, να προχωρήσει την κινητικότητα στο Δημόσιο, ώστε να καταβληθεί το υπόλοιπο της δόσης που εκκρεμεί από τον μηχανισμό στήριξης. Κι όμως, κοντεύει Οκτώβριος και ακόμη διαπραγματευόμαστε για ορισμένα από τα «προαπαιτούμενα». 

Και προσπαθούμε να πείσουμε την τρόικα ότι οι ΕΑΣ και ΕΛΒΟ μπορούν να επιβιώσουν ως εμπορικές εταιρείες, δήθεν μέσω εξαγωγών, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα μόνο χάρη σε παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Τις οποίες κρατικές ενισχύσεις πληρώνουν με διαρκώς αυξανόμενους φόρους τα «συνήθη υποζύγια», που οι εθνοπατέρες μας υποτίθεται ότι σκίζονται να υπερασπιστούν. Θα μου πείτε «να μη διαπραγματευθούμε γι’ αυτά τα θέματα;».

Ε, λοιπόν, όχι, να μη διαπραγματευθούμε! Διότι έχουμε συμφωνήσει ήδη, με ονόματα και ημερομηνίες και η υπογραφή μας βρίσκεται στο κείμενο του Μνημονίου. Πώς περιμένει, λοιπόν, μία χώρα να ανακτήσει την αξιοπιστία της, όταν κατά πάγια τακτική δεν σέβεται τις δεσμεύσεις της; Πώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, όταν βρισκόμαστε διαρκώς σε μία ανώμαλη κατάσταση αγωνίας;

Κάθε φορά που η κυβέρνηση ζορίζεται, ανοίγει συνολικά το ελληνικό ζήτημα και ζητάει «οριστικές λύσεις». Αλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε! Τι σχέση έχει το χρέος με την υποχρέωση της χώρας να βελτιώσει τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό, να επιταχύνει την απονομή δικαιοσύνης ή να αναδιαρθρώσει τη Δημόσια Διοίκηση, πράγματα τα οποία δεν αποτελούν προϋποθέσεις μόνο για την ομαλή εκταμίευση των δόσεων, αλλά και για την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας από την κωματώδη κατάσταση που βρίσκεται;

Δεν υποστηρίζω, βεβαίως, ότι δεν έχει κάνει και η τρόικα λάθη ή ότι δεν ήταν αναμενόμενο να υπάρξουν και κρίσεις στις σχέσεις της με την κυβέρνηση. Ομως κρίση στην Πορτογαλία ανέκυψε μία μόνο φορά αυτά τα τρία χρόνια, στην Ιρλανδία καμία. Όσο για την Κύπρο, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τις Βρυξέλλες; 

Πριν από την πρώτη αξιολόγηση του Προγράμματος, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας μάς είχε πει σε συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες: «Η κάθε γραμμή του Μνημονίου είναι “χρεωμένη” σε συγκεκριμένο υπουργείο, σε συγκεκριμένα τμήματα και σε συγκεκριμένους λειτουργούς, δηλαδή έχει διασφαλιστεί πλήρως ο “έλεγχος” (ownership) του Προγράμματος». Το αποτέλεσμα ήταν ότι η αξιολόγηση της τρόικας διήρκεσε επτά ημέρες και η δόση ήδη καταβλήθηκε. Στην Ελλάδα, στο μεταξύ, το δράμα και η αβεβαιότητα συνεχίζονται.

Του Νίκου Χρυσολωρά