Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Γίνε κι εσύ εγωιστής, μπορείς

Από τη θεωρία στην πράξη πολλά, μα πάρα πολλά τσιγάρα δρόμος.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πάμπολλα κείμενα για τους πληγέντες από την κρίση, τους άστεγους, τους άνεργους, τους πεινασμένους, τους φτωχούς, τους νεοκαταθλιπτικούς, τους αυτοκτονικούς κοκ… Όλοι μας έχουμε διαβάσει – κάποιοι από εμάς έχουμε ίσως γράψει – άρθρα που εκθέτουν την συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση γύρω μας. Έχουμε κατά καιρούς υπογράψει διάφορα petitions, έχουμε βάλει ως status στο facebook ότι σήμερα είναι η τάδε παγκόσμια μέρα, έχουμε twitάρει πως δεν πρέπει να ξεχνάμε την τάδε κατηγορία ανθρώπων που δεινοπαθούν, έχουμε συζητήσει σε μια παρέα για τον άστεγο που είδαμε το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά, για τη νέα αύξηση της ανεργίας, για τις στατιστικές που δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που συνεχώς βουλιάζει.

Και έχοντας κάνει όλα αυτά, νοιώθουμε καλά. Γιατί αναγνωρίσαμε το πρόβλημα, γιατί γράψαμε γι’ αυτό, γιατί ενημερώσαμε κάποιους για αυτό, γιατί το συζητήσαμε, οπότε κάναμε το χρέος μας. Μεταθέσαμε την ευθύνη στους άλλους για να κάνουν κάτι γι’ αυτό.

Γιατί όμως τα νούμερα συνεχίζουν να ανεβαίνουν αμείλικτα; Γιατί εξακολουθούν πολλοί συνάνθρωποί μας να πεινάνε; Να μην έχουν κάπου να μείνουν; Να είναι βυθισμένοι στη κατάθλιψη; Να θέλουν να αυτοκτονήσουν;

O Έλληνας και η Ferrari

Ένας Έλληνας μπαίνει σε μια τράπεζα της Νέας Υόρκης και ζητάει πληροφορίες για ένα δάνειο.

Λέει στον υπάλληλο των δανείων ότι θέλει να ταξιδέψει στην Ελλάδα λόγω εργασίας για 2 εβδομάδες και χρειάζεται οπωσδήποτε να πάρει ένα δάνειο των $5.000.

Ο υπάλληλος του εξηγεί ότι η τράπεζα θα χρειαστεί ένα είδος ασφάλειας (υποθήκη) για να του χορηγήσει το δάνειο, έτσι ο Έλληνας βγάζει από την τσέπη του και αφήνει πάνω στο γραφείο τα κλειδιά από μία ολοκαίνουρια Ferrari , που είναι παρκαρισμένη στην είσοδο της Τράπεζας. Μέσα σε 10 λεπτά εγκρίνεται το δάνειο, ο Έλληνας παίρνει τα χρήματα και φεύγει.

Για να πετύχεις ότι επιθυμείς στη ζωή σου

Αυτή ήταν η ερώτηση που έκανε κάποτε ο Πλάτων, στον δάσκαλό του Σωκράτη, ένα πρωινό σε μια βόλτα τους στο δάσος.

Ο Σωκράτης γύρισε τον κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα συνεχίζοντας τον περίπατό του μαζί με τον Πλάτων.

Μετά από λίγο ο Πλάτων τον ρώτησε ξανά τον δάσκαλό του, αλλά πάλι εκείνος παρέμεινε αμίλητος.

Ο Πλάτων έβραζε στο ζουμί του αλλά από την αγάπη και τον σεβασμό που είχε στον δάσκαλό του δεν είπε τίποτα.

Λίγο πριν φτάσουν για να πιουν νερό στην γνωστή πηγή με την στερνούλα της ο Πλάτων δεν άντεξε και ξαναρώτησε τον Σωκράτη αρκετά ενοχλημένος: