Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Βιάζουμαι!

Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"

Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.

Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.

Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.

Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

Τα Περιπετειώδη θαλάσσια χελωνάκια

Τα θαλάσσια χελωνάκια ενδεχομένως να μην «ταξιδεύουν» στο θαλάσσιο ρεύμα που πίστευαν οι ερευνητές μέχρι σήμερα.

Δορυφορική παρακολούθηση έδειξε ότι τελικά βγαίνουν από το μεγάλο ρεύμα στο οποίο μπαίνουν μόλις αφήσουν την ξηρά και «αποβιβάζονται» καθ' οδόν ακολουθώντας την πορεία φυκών στο νερό, τα οποία τους προσφέρουν τροφή, ζεστασιά και προστασία.

Τα πρώτα χρόνια στη ζωή μιας θαλάσσιας χελώνας, θεωρούνται από τους ειδικούς ως «χαμένα». Αυτό συμβαίνει γιατί αμέσως μετά την εκκόλαψή τους στα ανατολικά παράλια των ΗΠΑ, τα μικροσκοπικά χελωνάκια μπαίνουν στο νερό και ξαναβγαίνουν μετά το πέρας αρκετών ετών.

Για αρκετά είδη, κάτι τέτοιο ξεκινάει όταν τα μικρά έχουν μέγεθος μικρότερο της παλάμης. Μέχρι την επιστροφή τους στα «πάτρια» εδάφη, τα χελωνάκια θα έχουν αναπτυχθεί αρκετά αγγίζοντας τα 45 εκ. σε μήκος. «Είναι σαν να εξαφανίζονται από τα ραντάρ μας για κάποια χρόνια» εξηγεί η θαλάσσια βιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Φλόριδας και ερευνήτρια στη μελέτη δρ Κέιτ Μάνσφιλντ. Προηγούμενη μελέτη των ειδικών είχε δείξει ότι τα χελωνάκια γεννιούνται με μια εσωτερική μαγνητική «πυξίδα» η οποία τα καθοδηγεί κατά την μετανάστευσή τους.

Γιατί θυμόμαστε τα όνειρά μας;

Γιατί ονειρευόμαστε; Αν και κάποιες θεωρίες έχουν διατυπωθεί, η ακριβής αιτία εξακολουθεί να αποτελεί αίνιγμα για την επιστήμη. Εξίσου άλυτο μυστήριο είναι επίσης το γιατί θυμόμαστε τα όνειρά μας και, ακόμη περισσότερο, το γιατί ορισμένοι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο τα όνειρά τους ενώ άλλοι λιγότερο.

Τώρα μια ομάδα Γάλλων ερευνητών έρχεται να φωτίσει λίγο περισσότερο το «σκοτάδι» που επικρατεί γύρω από αυτό το τελευταίο ερώτημα, εντοπίζοντας διαφορές στη δραστηριότητα των περιοχών του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαδικασία απομνημόνευσης των ονείρων.

Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται όταν κοιμούνται, όμως δεν θυμούνται όλοι τα όνειρά τους όταν ξυπνούν. Οι επιστήμονες που μελετούν τον ύπνο και τα όνειρα διακρίνουν δύο τύπους «ονειρευτών»: τους «υψηλής συχνότητας», οι οποίοι θυμούνται σχεδόν επί μονίμου βάσεως τα όνειρά τους, και τους «χαμηλής συχνότητας», οι οποίοι τα θυμούνται σπάνια.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2013 στην επιθεώρηση «Cerebral Cortex», η Περίν Ρουμπί, ερευνήτρια του Κέντρου Ερευνών στις Νευροεπιστήμες της Λυών στη Γαλλία, και οι συνεργάτες της είχαν ανακαλύψει ότι όσοι ανήκαν στην κατηγορία της «υψηλής συχνότητας» είχαν διπλάσιο (αλλά εντός των φυσιολογικών ορίων) χρόνο εγρήγορσης κατά τη διάρκεια του ύπνου τους από ό,τι εκείνοι που ανήκαν στην κατηγορία της «χαμηλής συχνότητας».