Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Οι σαμουράι και οι μυστικές διανοητικές τεχνικές τους

Οι σαμουράι, όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται στην ιαπωνική ιστορία, ήταν μια τάξη άφοβων και βίαιων πολεμιστών, που ουσιαστικά κυριάρχησε στην Ιαπωνία για περισσότερα από 600 χρόνια, από τα μέσα του 12ου αιώνα. Η θέση τους στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της ιαπωνικής φεουδαρχίας υπήρξε σημαντική, καθώς λειτούργησαν αρκετές φορές ως ρυθμιστές της ροής των ιστορικών γεγονότων. Απέκτησαν παγκόσμια φήμη για τις ικανότητές τους στο χειρισμό των όπλων, ιδιαίτερα στο ξίφος, και τα κατορθώματά τους έγιναν θρύλοι της ενδοχώρας, αναφέρει η Wikipedia. 

Αν κανείς διαβάσει βιβλία σαμουράι θα διαπιστώσει ότι επαναλαμβάνεται ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο, το οποίο όμως δεν έχει καμία σχέση με σπαθιά, μάχες και στρατηγικές.

Η ευφυΐα δεν είναι ο πιο κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας

Οι έφηβοι που αποφοίτησαν από ένα ειδικό γυμνάσιο του νότιου Μπρονξ το 1999 έγιναν πανεθνικά διάσημοι. Οι μαθητές, όλοι τους μαύροι ή λατινοαμερικανικής καταγωγής και ως επί το πλείστον από φτωχές οικογένειες, είχαν επιλεγεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα για να συμμετάσχουν σε ένα πειραματικό πρόγραμμα που ονομαζόταν KIPP (Knowledge Is Power Program) και είχε στόχο να εξουδετερώσει το χάσμα επίδοσης ανάμεσα στους προνομιούχους και τους φτωχούς μαθητές. 

Η εμπειρία φάνηκε να πηγαίνει πολύ καλά: στις γενικές σχολικές εξετάσεις, οι μαθητές αυτοί κέρδισαν τους υψηλότερους βαθμούς από όλα τα σχολεία του Μπρονξ και είχαν την πέμπτη καλύτερη επίδοση σε όλη τη Νέα Υόρκη. Οι περισσότεροι κατάφεραν να γίνουν δεκτοί σε κορυφαία λύκεια, συχνά με πλήρη υποτροφία. Όλοι φαίνονταν προορισμένοι για το πανεπιστήμιο και για επιτυχίες στη ζωή, που θα αψηφούσαν τα συνήθη προγνωστικά.

Η Δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει

Όσοι δουλεύουν φοβούνται μην χάσουν τη δουλειά τους. Όσοι δεν δουλεύουν, φοβούνται μη δεν βρουν ποτέ δουλειά. Όποιος δεν φοβάται την πείνα, φοβάται το φαγητό. Οι οδηγοί αυτοκινήτων φοβούνται να περπατήσουν και οι πεζοί φοβούνται μην τους πατήσουν τα αυτοκίνητα.

Η Δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει. Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς, οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων, τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.

Ζούμε στα χρονιά του φόβου. Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα. Φόβος των κλεφτών, φόβος της αστυνομίας. Φόβος της πόρτας χωρίς κλειδαριά, του χρόνου χωρίς ρολόγια, του παιδιού χωρίς τηλεόραση, φόβος της νύχτας χωρίς υπνωτικά χάπια και φόβος της ημέρας χωρίς διεγερτικά χάπια. Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς, φόβος απ’ όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν, φόβος του θανάτου, φόβος της ζωής.

Απειλείται η Γη από επιστημονικό «αυτογκόλ»;

Διάσημος αστροφυσικός φοβάται ότι οι σούπερ επιταχυντέςπου κατασκευάζονται μπορεί να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες»που θα μας… καταπιούν!

Όλα ξεκίνησαν όταν έγινε γνωστό ότι ξεκινά η κατασκευή του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) στο CERN. Ανάμεσα στις μεγάλες προσδοκίες και τις ελπίδες της επιστημονικής κοινότητας για τη λειτουργία του επιταχυντή υπήρξαν και κάποιες μεμονωμένες φωνές που δήλωναν ανησυχία. 

Ο μύθος της Άλκηστης

 Το αίμα της Μέδουσας, αυτό που δόθηκε στον Ασκληπιό από την Αθηνά, διαιρείτο σε δύο μέρη, με βάση τη φλέβα από την οποία είχε αναπηδήσει. Το αίμα από τη δεξιά φλέβα θα μπορούσε να θεραπεύσει την ανθρωπότητα, ακόμη και από το θάνατο, ενώ το αίμα από την αριστερή φλέβα μπορούσε να θανατώσει. Τούτο το θάνατο βίωσε ο Χείρων από τα δηλητηριασμένα βέλη. 

Στον αρχετυπικό θρησκευτικό δυϊσμό, στην πάλη του θεραπευτικού καλού και του σκοτεινού κακού υποκύπτει ακόμη και η προαιώνια σοφία στους κοσμολογικούς μύθους της ανθρωπότητας, ακόμη και αν ακολουθεί η ανάσταση και η ανανέωση.

O Ασκληπιός ανατράφηκε για να γίνει ικανός θεραπευτής, αλλά όταν έφερε πίσω στη ζωή τον Καπανέα και τον Λυκούργο (σκοτώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου των Επτά επί των Θηβών) και τον Ιππόλυτο, το γιο του Θησέα, ανήσυχος ο Δίας για την εξουσία του πάνω στη ζωή και το θάνατο, σκότωσε τον Ασκληπιό με έναν κεραυνό. 

Μάνιασε ο Απόλλωνας, αλλά ο θυμός ενάντια στο βασιλέα των Θεών ήταν ανώφελος, κι έτσι έστρεψε το θυμό του ενάντια στους δημιουργούς των κεραυνών, τους Κύκλωπες. Εξοργισμένος ο Δίας ετοιμάστηκε να τον ξαποστείλει στον Τάρταρο, αλλά παρενέβη μια άλλη θεά, πιθανώς η μητέρα του Απόλλωνα, η Λητώ.