Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Μην αφήνετε τη ζωή να περνά άσκοπα

Μην αφήνετε τη ζωή να περνά χωρίς να την ζήσετε.

Γιατί να μην μείνουμε για πάντα νέοι; Γεμάτοι ενέργεια, ομορφιά, πάθος, γοητεία, νιάτα, ξεγνοιασιά και όλα αυτά σε ένα νέο, σφριγηλό σώμα. Κάποτε ένας ποιητής έλεγε «Δεν φοβάμαι το θάνατο αλλά το γήρας».

Ξαφνικά, νιώθεις αδύναμος, πολύ μεγάλος για να κάνεις πράγματα. Δεν έχεις αντοχές και κουράγια. Ίσως, όσο περνάνε τα χρόνια να θέλουμε όλοι να γίνουμε σαν το «Βenjamin Button».

Η ευτυχία είναι εθελοντική υπόθεση.

Πέντε τακτικές «που μπορούν να μας κάνουν πιο ευτυχισμένους» Πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι τα επίπεδα ευτυχίας μας ελέγχονται κυρίως από γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό μας. Αλλοι, όμως, υποστηρίζουν ότι εντόπισαν στη βιβλιογραφία πέντε τακτικές που έχουν το δυναμικό να ενισχύσουν την αίσθηση ευημερίας.

«Παρά τα ευρήματα που δείχνουν ότι η ευτυχία είναι εν μέρει γενετικά καθορισμένη, και παρά τα ευρήματα που δείχνουν ότι οι καταστάσεις της ζωής έχουν μικρότερη επιρροή στην ευτυχία μας από ό,τι νομίζουμε, εμείς υποστηρίζουμε ότι, παρόλα αυτά, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της ευτυχίας που έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε» δήλωσε η ψυχολόγος Σόνια Λιουμπομίρσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ρίβερσαϊντ.

Γι αυτό οι άνθρωποι γελούν

Γελούν γιατί πονούν, γιατί το γέλιο είναι το μόνο που μπορεί να σταματήσει τον πόνο. Σκεφτείτε όταν πάτε να δείτε μια παράσταση, πότε γελάτε... Όταν ο κωμικός κάνει μια γκάφα, όταν μπερδεύεται, όταν πέφτει ή με οτιδήποτε κάνει που δεν είναι καλοσύνη. Βρείτε κάτι που σας έκανε να γελάσετε πολύ, όχι απλώς να χαμογελάσετε. Τότε θα δείτε αν δεν υπάρχει κάπου κάποιο κακό, και αν θα γελούσατε στην περίπτωση που δεν θα υπήρχε.

Σκεφτείτε διάφορα ανέκδοτα που θυμάστε και που σας έκαναν να γελάστε πολύ. Έπειτα διάφορες πραγματικές ιστορίες. Και φάρσες. Ειδικά οι φάρσες δικαιώνουν τη θεωρία ότι γελάμε για να σταματήσουμε τον πόνο... Αλλά και τα ανέκδοτα... Και οι πραγματικές ιστορίες... Απ' ό,τι φαίνεται, το κλασικό πέσιμο πάνω στα πισινά μας είναι ένα απ' τα κορυφαία αστεία. Το “αστείο” δεν είναι κάτι καλό. Ούτε είναι αστείο για το άτομο στο οποίο συμβαίνει. Είναι γενναιότητα... και μοίρασμα... ενάντια στον πόνο και τη θλίψη και την ήττα.

Η άγνωστη ψυχοθεραπευτική τέχνη του Ηράκλειτου

Ο Νόμος της Εναντιοδρομίας,η Άγνωστη Ψυχοθεραπευτική Τέχνη του Ηράκλειτου που μπορεί να θεραπεύσει τη Δυσαρμονία που βασιλεύει στον Ψυχικό μας Κόσμο αλλά και στην Κοινωνία.
Ηράκλειτος , απόσπ. 45

Σε μια τόσο σύντομη φράση, όπως η παραπάνω, ο μεγάλος Εφέσιος φιλόσοφος Ηράκλειτος – ο αποκαλούμενος σκοτεινός φιλόσοφος του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος – μπόρεσε να συλλάβει την αλήθεια για την ανθρώπινη ψυχή, διατυπώνοντάς την με μια απέριττη αλλά και συγκλονιστική σαφήνεια.

Ο Ηράκλειτος κατέχει μια ξεχωριστή θέση όχι μόνο στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στο χώρο της -γιουνγκιανής κυρίως– ψυχοθεραπείας , αφού η ηρακλειτική φιλοσοφία επηρέασε φανερά τον Ελβετό ψυχίατρο και μύστη της ψυχολογίας , Carl G.Jung. Ο Jung ενσωμάτωσε στο φιλοσοφικό του σύστημα αλλά και στις μεθόδους ψυχοθεραπείας που εφάρμοσε, τον περίφημο Νόμο της Εναντιοδρομίας ο οποίος βασίζεται στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου περί αρμονίας των αντιθέτων.

Τα κακά της μνησικακίας

Ένα από τα επίκεντρα του φιλοσοφικού στοχασμού στον 17ο αιώνα αποτελούσαν τα λεγόμενα “πάθη της ψυχής”. Η μελέτη τους ενοποιούσε μελήματα που αργότερα διαφοροποιήθηκαν, διαμορφώνοντας τους κλάδους της ψυχολογίας, της πολιτικής επιστήμης και της εφαρμοσμένης ηθικής. Ήταν τα “πάθη της ψυχής” που φιλοδοξούσαν να θεμελιώσουν με ενιαίο τρόπο και την ατομική συμπεριφορά και τους όρους που διαμορφώνουν πολιτικούς συσχετισμούς και τις συνιστώσες του ορθώς πράττειν σε κάθε περίσταση.

Μνησικακία δημιουργείται όταν εκλαμβάνω ένα συμβάν ως προσωπική μείωση, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγω με κάθε τρόπο να το αντιμετωπίσω απευθείας

Τουλάχιστον για τον Σπινόζα, τα “πάθη της ψυχής” διακρίνονταν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στα “χαρούμενα πάθη”, που προίκιζαν με προωθητική δύναμη και άνοιγαν στην απεραντοσύνη του κόσμου, και στα “λυπημένα πάθη”, που συρρίκνωναν τον κόσμο και οδηγούσαν σε άγονη εσωστρέφεια. Για τον Νίτσε, μεταγενέστερα, το περισσότερο επιβλαβές από τα “λυπημένα πάθη” αποτελούσε η μνησικακία.