Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Γιατί θυμόμαστε τα όνειρά μας;

Γιατί ονειρευόμαστε; Αν και κάποιες θεωρίες έχουν διατυπωθεί, η ακριβής αιτία εξακολουθεί να αποτελεί αίνιγμα για την επιστήμη. Εξίσου άλυτο μυστήριο είναι επίσης το γιατί θυμόμαστε τα όνειρά μας και, ακόμη περισσότερο, το γιατί ορισμένοι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο τα όνειρά τους ενώ άλλοι λιγότερο.

Τώρα μια ομάδα Γάλλων ερευνητών έρχεται να φωτίσει λίγο περισσότερο το «σκοτάδι» που επικρατεί γύρω από αυτό το τελευταίο ερώτημα, εντοπίζοντας διαφορές στη δραστηριότητα των περιοχών του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαδικασία απομνημόνευσης των ονείρων.

Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται όταν κοιμούνται, όμως δεν θυμούνται όλοι τα όνειρά τους όταν ξυπνούν. Οι επιστήμονες που μελετούν τον ύπνο και τα όνειρα διακρίνουν δύο τύπους «ονειρευτών»: τους «υψηλής συχνότητας», οι οποίοι θυμούνται σχεδόν επί μονίμου βάσεως τα όνειρά τους, και τους «χαμηλής συχνότητας», οι οποίοι τα θυμούνται σπάνια.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2013 στην επιθεώρηση «Cerebral Cortex», η Περίν Ρουμπί, ερευνήτρια του Κέντρου Ερευνών στις Νευροεπιστήμες της Λυών στη Γαλλία, και οι συνεργάτες της είχαν ανακαλύψει ότι όσοι ανήκαν στην κατηγορία της «υψηλής συχνότητας» είχαν διπλάσιο (αλλά εντός των φυσιολογικών ορίων) χρόνο εγρήγορσης κατά τη διάρκεια του ύπνου τους από ό,τι εκείνοι που ανήκαν στην κατηγορία της «χαμηλής συχνότητας».

Επίσης όσοι ανήκαν στην πρώτη κατηγορία, όταν ήταν ξύπνιοι ανταποκρίνονταν περισσότερο ακούγοντας το όνομά τους σε σχέση με εκείνους που ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία.

Οι ερευνητές σημείωναν στο σχετικό άρθρο τους ότι τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν κάποιες διαφορές στην εγκεφαλική λειτουργία των δύο ομάδων οι οποίες ενδέχεται να σχετίζονται με την ικανότητα να θυμόμαστε τα όνειρά μας. Συγκεκριμένα διατύπωναν την εικασία ότι η αυξημένη αντίδραση στα εξωτερικά ερεθίσματα που επεδείκνυαν οι εθελοντές της πρώτης ομάδας ενδεχομένως να οδηγούσε σε μεγαλύτερα διαστήματα εγρήγορσης κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα οποία διευκόλυναν την απομνημόνευση των ονείρων κατά τα σύντομα διαστήματα στα οποία ήταν ξύπνιοι.

Προκειμένου να διερευνήσουν το ζήτημα περαιτέρω, οι ίδιοι επιστήμονες θέλησαν να εντοπίσουν ποιες περιοχές του εγκεφάλου παρουσιάζουν διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους που θυμούνται και σε εκείνους που δεν θυμούνται τα όνειρά τους. Σε μια νέα μελέτη, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στην επιθεώρηση «Neuropharmacology», εξέτασαν με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) την αυθόρμητη εγκεφαλική δραστηριότητα 41 εθελοντών ενώ ήταν ξύπνιοι και ενώ κοιμούνταν. Οι εθελοντές είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες: οι 21, οι οποίοι ανήκαν στην κατηγορία της «υψηλής συχνότητας», θυμούνταν τα όνειρά τους κατά μέσο όρο 5,2 πρωινά την εβδομάδα, ενώ οι 20, οι οποίοι ανήκαν στην κατηγορία της «χαμηλής συχνότητας», θυμούνταν τα όνειρά τους κατά μέσο όρο 2 πρωινά τον μήνα.

Οι τομογραφίες έδειξαν ότι οι εθελοντές που ανήκαν στην ομάδα «υψηλής συχνότητας», τόσο όταν κοιμούνταν όσο και όταν ήταν ξύπνιοι, εμφάνιζαν υψηλότερη αυθόρμητη εγκεφαλική δραστηριότητα στον μέσο προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος σχετίζεται με τον ύπνο, τα όνειρα και τη μνήμη καθώς και με την παραγωγή των βραδέων κυμάτων του ύπνου, και στην κροταφοβρεγματική σύνδεση, η οποία σχετίζεται με τον προσανατολισμό της προσοχής προς τα εξωτερικά ερεθίσματα. «Αυτό ίσως εξηγεί γιατί εκείνοι που θυμούνται περισσότερο τα όνειρά τους αντιδρούν περισσότερο στα εξωτερικά ερεθίσματα, ξυπνούν πιο συχνά κατά τη διάρκεια της νύχτας και έτσι κωδικοποιούν καλύτερα τα όνειρα στη μνήμη τους από ό,τι εκείνοι που τα θυμούνται λιγότερο» δήλωσε σε δελτίο Τύπου η κυρία Ρουμπί. «Ο κοιμώμενος εγκέφαλος δεν έχει την ικανότητα να απομνημονεύσει νέες πληροφορίες, πρέπει να είναι ξύπνιος για να κάνει κάτι τέτοιο».

Σε προηγούμενες μελέτες ο διάσημος νοτιοαφρικανός ψυχαναλυτής και νευροχειρουργός Μαρκ Σολμς είχε παρατηρήσει ότι ο τραυματισμός των δύο συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου οδηγεί σε παύση της ικανότητας όσων τον υφίστανται να θυμούνται τα όνειρά τους. Η νέα διαπίστωση των γάλλων ερευνητών ότι η δραστηριότητα σε αυτές διαφέρει ανάμεσα σε όσους τα θυμούνται περισσότερο και όσους τα θυμούνται λιγότερο έρχεται να ενισχύσει τον ρόλο τους, αν όχι στη «γέννηση», τουλάχιστον στην «παγίωση» των ονείρων. «Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι τα άτομα "υψηλής συχνότητας" και τα άτομα "χαμηλής συχνότητας" διαφέρουν ως προς την απομνημόνευση των ονείρων, δεν αποκλείουν όμως το ενδεχόμενο να διαφέρουν και ως προς την παραγωγή τους» τόνισε η κυρία Ρουμπί. «Είναι πιθανό τα άτομα που θυμούνται περισσότερο να παράγουν περισσότερα όνειρα από εκείνα που θυμούνται λιγότερο».

Φαφούτη Λαλίνα