Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Η πανίσχυρη θέληση των γλυπτών

Έχουν θέληση τα γλυπτά; Προφανώς και έχουν. Διαφορετικά θα έφευγαν. Δεν θα υπέμεναν τόσους αιώνες, την ιταμότητα και τον εξευτελισμό. Δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τόσο σκοτάδι, αυτά που γεννήθηκαν από το φως. Δεν θα το άντεχαν, θα μάζευαν τα κομμάτια τους, θα έσκαβαν το χώμα μόνα τους, όσα από ντροπή είναι θαμμένα ακόμα, και μαζί μ΄ εκείνα που βρίσκονται στα μουσεία, θα άλλαζαν τόπο και πατρίδα. 

Όμως αυτά σφίγγουν το μάρμαρο, αγριεύουν το βλέμμα, όταν εμείς δεν τα θαυμάζουμε, και μένουν εδώ. Άλλα υπομένοντας το μαρτύριο του συμπλέγματος και άλλα αναμένοντας στωικά κάποια αξίνα να πετάξει το χώμα από πάνω τους. Το παράξενο με τα γλυπτά είναι ότι έχουν την ιδιοτροπία να αντέχουν στο χρόνο. Έχουν πανίσχυρη, πράγματι, θέληση να αντιστέκονται στη βαρβαρότητα και τον νεποτισμό αυτών που σπεύδουν πάντα να τα οικειοποιηθούν. 

Ας μην αδικούν, λοιπόν, κάποιοι τον υπουργό Πολιτισμού όταν στέλνει ευχαριστήριες επιστολές. Ξέρει τι λέει. «Εξ ιδίων» κρίνει άλλωστε τα «αλλότρια». Διότι, είμαι σίγουρος, πως γνωρίζει την περιπέτεια του πολιτισμικού μας πλούτου, ανά τους αιώνες. Είμαι βέβαιος ότι, εκτός από την οργή του για τον λόρδο Έλγιν και τη διεύθυνση του Βρετανικού Μουσείου, ξέρει καλά ιστορία και είναι εξίσου θυμωμένος με όλους τους υπόλοιπους καταστροφείς των ελληνικών γλυπτών. Και δεν είναι και λίγοι.

Χριστιανοί, πειρατές, επιδρομείς, απατεώνες, αρχαιοκάπηλοι, αλλά κυρίως «Έλληνες», ομοεθνείς, αυτόκλητοι «απόγονοι» αυτών που τα δημιούργησαν. Ας είναι όμως. Τέτοιες χαριτωμενιές από υπουργούς είναι πάντα χρήσιμες. Σου ξυπνούν μνήμες και σκέψεις για το πώς αντιμετωπίζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης αυτό που όλοι λένε «ελληνικό πολιτισμό». Εύκολα καταλαβαίνει κανείς τις διαθέσεις μιας κυβέρνησης από την ανακοίνωση του υπουργικού συμβουλίου. Μόλις διαβάσεις ποιοι πάνε στα Παιδείας και Πολιτισμού, αμέσως ξέρεις τι θα συμβεί την επόμενη τετραετία… Μετά, αναλαμβάνουν δράση. Επιχορηγήσεις «εξωραιστικών» συλλόγων, «ημέτερων» «καλλιτεχνών», επισκέψεις σε μουσεία και άπειρα ρουσφέτια στις πολυπληθείς υπηρεσίες που διαθέτει το υπουργείο τους (όποιος δεν το παρατήρησε η μισή Πλάκα ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού).

 Ένας δεν βρέθηκε μέχρι τώρα, μετά τη Μελίνα, να καταλάβει τι θα πει πολιτισμός και να ξεκινήσει μια μεγάλη εθνική προσπάθεια συμπόρευσης όλων των δημιουργικών δυνάμεων που μας απέμειναν. Όλοι νομίζουν ότι πολιτισμός είναι μόνο τα μουσεία και η Ακρόπολη. Κι αυτό μαθαίνουν και στα σχολεία. Δεν μπόρεσαν ποτέ να συνειδητοποιήσουν ότι πολιτισμός είναι επιτεύγματα υλικά, πνευματικά και ηθικά. Επιτεύγματα που έφτιαξαν κάποιοι, κάποτε, αλλά κυρίως αυτά που φτιάχνουμε εμείς, τώρα. Γιατί η ζωή μας κι οι δημιουργίες μας έχουν αξία περισσότερο όταν τις βιώνουμε, και όχι τόσο όταν τις βάζουμε στη βιτρίνα για να τις μοστράρει ο κάθε Παναγιωτόπουλος.

Το παρελθόν το θέλουμε για τη μνήμη και την παράδοση. Έχουμε ανάγκη από την παρακαταθήκη για να μας δώσει κίνητρο στον εγωισμό μας. Το τώρα μας νοιάζει κι ο δικός μας πολιτισμός, για να τον ζήσουμε και να τον παραδώσουμε στα παιδιά μας. Σήμερα όμως οι κοινωνίες δεν φτιάχνουν μόνο γλυπτά. Φτιάχνουν κτίρια, μηχανές, προγράμματα, επιστήμες, οικονομίες, καταπολεμούν αρρώστιες, αλλάζουν πολιτεύματα, βελτιώνουν θεσμούς, σέβονται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων, διαχειρίζονται τα σκουπίδια τους, αλλάζουν τα σχολεία τους, τα πανεπιστήμια και γενικότερα δημιουργούν.

Εμείς λοιπόν, τι ρόλο παίζουμε σε όλα αυτά; Ποιοι είμαστε; Ποιον πολιτισμό υπηρετούμε σήμερα στην Ευρώπη, στον πλανήτη; Αν βρούμε ποτέ τη δύναμη να τα κοιτάξουμε όλα αυτά στον καθρέφτη, τότε θα αισθανθούμε τη φαιδρότητα και την ένδεια των ανθρώπων που καταστρώνουν τα σχέδια πολιτισμού σ΄αυτή τη χώρα. Τότε θα καταλάβουμε πως ο υπουργός Πολιτισμού θα έπρεπε να είναι ο πιο δυναμικός μάνατζερ που διαθέτει ο ελληνισμός, για να φτιάξει ένα μεγάλο project διαχείρισης και ανάπτυξης σε όλα τα επίπεδα. Να εκπονήσει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο πολιτικής για τον πολιτισμό και να συμπεριλάβει τα πάντα : επιστήμες, παραδόσεις, μουσεία, αρχαιότητες, τεχνολογία, παιδεία, οικονομία, τουρισμό, δημοκρατία και κυρίως να δώσει έμφαση στην καινοτομία, συνδέοντας τη με οποιοδήποτε επίτευγμα μπορεί να δώσει δύναμη στην ελληνική σκέψη και στη θέση της μέσα στον κόσμο.

Μέχρι τότε, ας αρκεστούμε στην κακόμοιρη φλυαρία μας κι ας στέλνουμε ραβασάκια στο Hollywood. Πού ξέρεις, μπορεί να πάρουμε κανένα ρολάκι στην επόμενη ταινία του Κλούνεϊ. Πάντως, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Τα δικά μας γλυπτά τουλάχιστον, απ ό τι φαίνεται, μένουν εδώ με τη θέλησή τους και δεν πρόκειται να φύγουν. Όσο για εκείνα του Βρετανικού Μουσείου, πού θα πάει, κάποια στιγμή μπορεί να το σκάσουν και να γυρίσουν μόνα τους. Με ή χωρίς τη θέληση τους.

Ανδρέας Ζαμπούκας