Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ελγίνεια Μάρμαρα: Η ένωση των κομματιών του ιστορικού παζλ

Ποια μπορεί να είναι η σχέση μεταξύ της ζωφόρου του Παρθενώνα και της ιστορίας της Αγγλίας ή η σχέση μεταξύ της Αφροδίτης της Μήλου και της Νίκης της Σαμοθράκης και της Γαλλίας; Προφανώς δεν έχουν καμία σχέση με τις αντίστοιχες ιστορίες των δύο χωρών. Δυστυχώς, σήμερα όπως είναι γνωστό δεν σώζονται εξολοκλήρου τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Το ζήτημα της επιστροφής τους ήταν πάντοτε ανοικτό για την Ελλάδα και για τον παγκόσμιο πολιτισμό και δόθηκαν πολλοί αγώνες προς την κατεύθυνση αυτή. Με ποιον τρόπο «ταξίδεψαν» τα μάρμαρα στη Βρετανία και γιατί είναι σημαντική η επιστροφή τους στην Ελλάδα;

Υπεύθυνος για τη μεταφορά των Ελγίνειων Μαρμάρων στη Βρετανία το 1806 λογίζεται ο Τόμας Μπρους, κόμης του Έλγιν και πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1799 μέχρι το 1803. Αφού εκμεταλλεύτηκε την Οθωμανική ηγεμονία στην ελληνική επικράτεια, κατάφερε και απέκτησε φιρμάνι από τον Σουλτάνο για την αφαίρεσή τους από τον Παρθενώνα και στη συνέχεια προχώρησε στην φυγάδευσή τους στην Αγγλία. Το 1810 ο Έλγιν φόρτωσε το τελευταίο μέρος της λείας του στο πολεμικό πλοίο «Ύδρα» και το 1816 κατάφερε να τα πουλήσει στη Βρετανική Κυβέρνηση. Το οθωμανικό φιρμάνι που κατέχει το Βρετανικό Μουσείο «δεν φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Σουλτάνου και χωρίς αυτήν ο Έλγιν και συνεπώς το Βρετανικό Μουσείο δεν έχουν καμία νομική απόδειξη της κυριότητας των Γλυπτών του Παρθενώνα» σύμφωνα με έκθεση ειδικών.

Η πράξη του Έλγιν επιφέρει έντονη αντίδραση. Ενδεικτικά αναφέρουμε το ποίημα του φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα «Η κατάρα της Αθηνάς» για να στηλιτεύσει την πράξη αυτή ζητώντας τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς προκειμένου να τιμωρηθούν εκείνοι που βεβήλωσαν τον Παρθενώνα. Από την πλευρά της Αγγλίας, η πρώτη γραπτή πρόταση για την επιστροφή των μαρμάρων πραγματοποιήθηκε το 1816 από τον βουλευτή Hugh Hammerslay. O Hammerslay προτείνει τη φύλαξή τους στο Βρετανικό Μουσείο «μέχρι να ζητηθούν από τους τωρινούς ή οποιουσδήποτε μελλοντικούς κύριους της πόλης των Αθηνών». Και η ελληνική κοινωνία δεν σταμάτησε να επαναλαμβάνει το αίτημα της επιστροφής τους. Η πρώτη έκκληση έγινε το 1825 από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή προς Άγγλο εκπρόσωπο δηλώνοντας: «… ελπίζω να θέλετε να διορθώσετε το πράγμα αποκαθιστώντες τα αρπαχθέντα». Παράλληλα, η φωνή πολλών διανοούμενων δεν σιώπησε ποτέ, αλλά έφτασε μέχρι το εξωτερικό όπως του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη και του Καζαντζάκη. 

Αξιόλογος είναι και ο αγώνας της Μελίνας Μερκούρη η οποία το 1982 ως Υπουργός Πολιτισµού έθεσε πρώτη φορά το θέµα στην UNESCO και ζήτησε να διαμεσολαβήσει προς το Βρετανικό Μουσείο με σκοπό τον επαναπατρισμό των γλυπτών του Παρθενώνα. Ο λόγος που εκφώνησε το 1986 στο Oxford Union καταδεικνύει τις προσπάθειές της πάνω στο μείζον ζήτημα. «Πρέπει να καταλάβετε τι σηµαίνουν για µας τα µάρµαρα του Παρθενώνα. Είναι η υπερηφάνεια µας, είναι οι θυσίες µας. Είναι το ευγενέστερο σύµβολο τελειότητας. Είναι φόρος τιµής στη δηµοκρατική φιλοσοφία. Είναι οι φιλοδοξίες µας και το ίδιο το όνοµά µας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς µας».

Αν και είναι αλήθεια ότι ένα έργο τέχνης ή ένα κομμάτι της αρχαιότητας ανήκει στην κληρονομιά της ανθρωπότητας, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι μπορεί να τριγυρνά… Το μνημείο ανήκει σε μια περιοχή, σε έναν πολιτισμό, σε μια χώρα-τη δική του, στην οποία επινοήθηκε, δημιουργήθηκε και πάντα ζούσε σε αυτήν εκφράζοντας τις αξίες, τις αντιλήψεις, τα ιδεώδη και την αισθητική της. Μέσα λοιπόν από τα έργα τέχνης καταλαβαίνουμε την κοινωνία που τα δημιούργησε και τον πολιτισμό της.

Τα Ελγίνεια Μάρμαρα δημιουργήθηκαν εδώ, και εδώ είναι ο φυσικός τους χώρος, ενώ εκεί ζουν εξόριστα και ξένα ανάμεσα σε ξένους. Στο Βρετανικό Μουσείο χιλιάδες άνθρωποι συρρέουν για να τα δουν. Όμως τα εκθέματα που έχουν μπροστά τους είναι νεκρά, ψυχρά και ακρωτηριασμένα. Δεν υπάρχει καμία σύνδεση, καμία αλληλεπίδραση, καμία ανταλλαγή και κανένας διάλογος. Ο επισκέπτης φεύγοντας δεν έχει νιώσει κανένα συναίσθημα. Και αυτό γιατί ένα κομμάτι τέχνης είναι ένας ζωντανός οργανισμός και πρόκειται να σου αφηγηθεί όλη την ιστορία του μόνο αν είναι σπίτι του. Το νήμα τώρα είναι κομμένο με αποτέλεσμα τη σιωπή.

Η λογική του χρήματος και το δέλεαρ του κέρδους φαίνεται να κυριαρχεί εν προκειμένω και φτάνει σε σημείο που κατορθώνει να στερήσει ένα ολόκληρο έθνος από την ιστορία του. Το μεγάλο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: «Πότε τα ελληνικά έργα τέχνης θα επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, για να εκφράσουν τη ζωή τους; Θα έχουν άραγε την ευκαιρία να ενωθούν με τα υπόλοιπα κομμάτια και να μοιραστούν τις ιστορίες μαζί μας;» Τα κομμάτια- εκθέματα περιμένουν διακαώς να συνδεθούν με αυτά που χρόνια λείπουν και το παζλ να λάβει επιτέλους την οριστική του μορφή. Ποια ιστορία θα μας πει και ποιο συναίσθημα θα μας προκαλέσει;

Σάννα Νάνου