Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Αριστοτέλης: Το δυνατό και τo αδύνατο

Aς μιλήσουμε πρώτα γιά τό δυνατό καί τό αδύνατο. "Αν λοιπόν από δυο αντίθετα πράγματα τό ενα είναι δυνατόν ή να ύπάρχη ή νά συμβή, τότε καί τό άλλο φαίνεται εξ ϊσου δυνατό. Έπί παραδείγματι, αν είναι δυνατόν ό άνθρωπος να άνακτήση την υγεία του, τότε είναι δυνατό καί νά άρρωστήση. 

Γιατί τά αντίθετα έχουν την ϊδια δυνατότητα, καθ' όσον είναι άντίθετα. Επίσης, αν άπό δυο δμοια πράγματα, το ένα είναι δυνατό, το ιδιο δυνατό είναι καί τό άλλο. Καί αν είναι δυνατό τό δυσκολώτερο, είναι δυνατό (κατά μείζονα λόγο) καί τό εύκολώτερο Καί αν κάτι είναι δυνατό νά γίνη εξαίρετο καί ώραΐο, είναι δυνατό καί άπλώς νά γίνη.

Γιατί είναι δυσκολώτερο νά ύπάρχη ώραία οικία παρά νά ύπάρχη άπλώς οικία. Καί όποιο πράγμα μπορει νά εχη άρχή, μπορεί νά εχη καί τέλος. Γιατί τίποτε άπό τά άδύνατα ούτε γίνεται ούτε αρχίζει νά γίνεται, έπί παραδείγματι, ή διάμετρος (τετραγώνου) ούτε είναι ούτε μπορει νά άρχίση νά είναι σύμμετρος (με την πλευρά αύτου).

Καί όποιου πράγματος είναι δυνατή ή άρχή, είναι δυνατό καί τό τέλος του. Γιατί όλα γίνονται άπό τήν άρχή. Καί αν ό,τι επακολουθεί στην ΰπαρξι ή στή γένεσι είναι δυνατό νά γίνη, τότε είναι δυνατό νά γίνη καί αύτό πού προηγείται.

Έπί παραδείγματι, αν είναι δυνατό νά ύπάρξη άνδρας, είναι δυνατό νά ύπάρξη καί παιδί, (γιατί αύτό προηγείται στή γένεσι). Καί αν είναι δυνατό νά ύπάρξη παιδί, είναι δυνατό νά ύπάρξη καί άνδρας. Γιατί τό παιδί είναι μιά άρχή. Καί τά πράγματα πού άγαπάμε ή επιθυμούμε είναι δυνατά έκ φύσεως. Γιατί κανείς δεν άγαπά τά άδύνατα, ούτε τά επιθυμεί ώς έπί τό πλειστο. Καί ό,τι είναι άντικείμενο επιστήμης ή τέχνης, είναι δυνατό καί νά ύπάρχη καί νά γίνη.

Δυνατά είναι καί εκείνα, πού ή άρχή τής ύπάρξεώς τους βρίσκεται στά αποτελεσματικά μέσα εξαναγκασμού ή πειθούς πού θά χρησιμοποιήσουμε, όταν πρόκειται γιά άνθρώπους των οποίων είμαστε ανώτεροι ή κύριοι ή φίλοι. Των πραγμάτων πού είναι δυνατά τα μέρη, είναι δυνατό και τό δλο. Καί των πραγμάτων πού είναι δυνατό τό δλον, είναι δυνατά καί τά μέρη ως επί τό πλεΐστο. Άν δηλ. μπορει νά γίνη «πρόσχισμα καί κεφαλίς καί χιτών» τότε μπορούν νά γίνουν καί υποδήματα. Καί αν μπορούν νά γίνουν υποδήματα, τότε μπορει νά γίνη καί «πρόσχισμα καί κεφαλίς καί χιτών». Καί αν δλο τό γένος των δυνατών μπορει νά γίνη, τότε μπορει νά γίνη καί τό είδος, καί άντίστροφα, αν μπορή νά γίνη τό είδος, μπορει νά γίνη καί τό γένος.

 Έπί παραδείγματι, αν είναι δυνατό νά γίνη πλοίο, τότε μπορει νά γίνη καί τριήρης, καί άντίστροφα, αν μπορει νά γίνη τριήρης, μπορει νά γίνη κάθε είδους πλοίο. Καί αν είναι δυνατό νά γίνη τό ενα άπό δυο πράγματα πού έχουν φυσική σύνδεσι μεταξύ τους, μπορει νά γίνη καί τό άλλο. Έπί παραδείγματι, αν είναι δυνατό τό διπλάσιο, είναι δυνατό καί τό μισό, καί αν είναι δυνατό τό μισό, είναι δυνατό καί τό διπλάσιο. Καί αν ενα πράγμα μπορει νά γίνη χωρίς τέχνη καί προετοιμασία, πολύ περισσότερο μπορει νά γίνη μέ τέχνη καί επιμέλεια. Όπου καί τό ρητό τού Άγάθωνος:

Αλήθεια, πολλά πράγματα πρέπει νά τά κάνουμε με τέχνη, ενώ άλλα μάς έρχονται άπό την άνάγκη κι άπό την τύχη.

Καί αν κάτι είναι δυνατό στούς κατώτερους ή στούς ασθενέστερους ή καί στούς άφρωνέστερους, κατά μείζονα λόγο αυτό είναι δυνατό στούς άνθρώπους πού έχουν αντίθετες ιδιότητες, δπως είπε κι ό Ισοκράτης, δτι είναι φοβερό νά μή μπορει αυτός νά βρή εκείνο πού έμαθε ό Εύθυνος. Είναι φανερό δτι τό αδύνατο συνάγεται άπό τά αντίθετα αυτών πού έχουμε πή ήδη.

Τώρα, αν συνέβη ή δε συνέβη κάτι, πρέπει νά εξετάσουμε ώς έξης: Πρώτα-πρώτα, άν έχει συμβή κάτι πού εκ φύσεως συμβαίνει σπανιώτερα, μπορει νά συμβή καί αυτό πού γίνεται συχνότερα. Καί άν έχη συμβή αυτό πού συνήθως συμβαίνει υστέρα, έχει συμβή καί αυτό πού συνήθως συμβαίνει προηγούμενα. Έπί παραδειγματι, αν έχουμε ξεχάσει κάτι, σημαίνει δτι κάποτε τό είχαμε μάθει. Και αν ένας μπορούσε και ήθελε νά κάμη κάτι, τό έκαμε κιόλας. Γιατί δλοι οί άνθρωποι, δταν μπορούν νά κάμουν κάτι καί τό θελήσουν, τό πράττουν. Γιατί δεν τούς εμποδίζει τίποτε. Κι ακόμα, αν ήθελε κάτι καί δεν υπήρχε κανένα εξωτερικό εμπόδιο, καί αν μπορούσε νά πράξη κάτι καί ήταν σέ μιά κατάστασι οργής, καθώς καί αν μπορούσε νά πράξη κάτι καί τό επιθυμούσε. Γιατί κατά κανόνα, οι άνθρωποι, αν μπορούν νά πράξουν αυτά πού επιθυμούν, τά πράττουν κιόλας, οί φαύλοι, από άκολασία, ενώ οι ενάρετοι γιατί επιθυμούν τά αγαθά πράγματα. Καί αν έπρόκετο νά γίνη κάτι, μάλλον θά εγινε.

 Γιατί είναι εύλογο, αυτός πού έχει στο νού του νά πράξη κάτι, νά τό πράξη κιόλας. Κι αν έχουν συμβή, δσα συμβαίνουν συνήθως πριν από ένα γεγονός ή έξ αιτίας αυτού τού γεγονότος, δπως, αν, έπί παραδειγματι, άστραψε, έπακολούθησε καί βροντή, καί αν κάποιος δοκίμασε νά πράξη κάτι, τό επραξε κιόλας. Καί αν συνέβη ο,τι έκ φύσεως συνηθίζει νά γίνεται ύστερο, έχει συμβή καί τό πρότερο, αυτό έξ αιτίας τού οποίου προήλθε έκεινο. Έπί παραδειγματι, αν βρόντησε ό ουρανός, σημαίνει δτι πρώτα άστραψε, καί αν κανείς επραξε κάτι, σημαίνει δτι καί δοκίμασε νά τό πράξη. Κι από δλα αυτά, άλλα συμβαίνουν μέ άτεγκτη αναγκαιότητα καί άλλα συμβαίνουν ώς έπί τό πλεΐστο. Τώρα γιά νά στήριξής τήν ιδέα δτι κάτι δεν έχει συμβή, είναι φανερό δτι θά οίκοδομήσης τήν έπιχειρηματολογία σου άπό τά αντίθετα σέ αυτά πού έχουν λεχθή.

Είναι φανερό δτι μέ τον ϊδιο τρόπο θά σκεφθής καί γι' αυτό πού πρόκειται νά γίνη. Γιατί, αν μπορούμε καί αν θέλουμε νά πράξουμε κάτι, αυτό θά γίνη. Επίσης θά γίνουν τά πράγματα, πρός τά όποια μάς παρωθεί ή έπιθυμία, ή οργή καί ό λογισμός, έφ' όσον βέβαια είναι δυνατά. Γι' αυτούς τούς λόγους, αν κανείς έχη τή φλογερή επιθυμία νά πράξη κάτι ή τον δισταγμό, αυτό πιθανώς θα γίνη. Γιατί συνήθως τά πράγματα πού πρόκειται νά συμβουν, αυτά συμβαίνουν συνηθέστερα παρά όσα δέν πρόκειται νά συμβουν. Επίσης αν έχουν προηγουμένως συμβή όσα εκ φύσεως συμβαίνουν πριν από κάτι άλλο, όπως επί παραδείγματι, αν έχη συννεφιά, είναι πιθανό νά βρέξη. Καί αν ένα πράγμα έχει συμβή γιά ενα άλλο, είναι φυσικό νά συμβή καί αυτό τό άλλο, επί παραδείγματι, αν γίνουν τά θεμέλια, είναι φυσικό νά κτισθή καί τό σπίτι.

Από τά προηγούμενα γίνεται σαφές ποιά είναι ή φύσις τού μεγέθους καί τής μικρότητος των πραγμάτων, ποιο είναι μεγαλύτερο καί ποιο μικρότερο, καί γενικά ποιά είναι μικρά καί ποιά είναι μεγάλα. Γιατί μιλώντας γιά τή συμβουλευτική ρητορεία μιλήσαμε γιά τό μέγεθος τών αγαθών καί γενικά γιά τό μεγαλύτερο καί γιά τό μικρότερο. Καί επειδή κάθε είδος ρητορικού λόγου έχει ώς σκοπό κάποιο αγαθό, όπως, επί παραδείγματι, τό συμφέρον καί τό εύγενές καί τό δίκαιο, είναι φανερό ότι από αυτά πρέπει νά λαμβάνουμε τά μέσα γιά τήν αύξησι κάθε είδους.

 Τό νά αναζητούμε έξω από αυτά τή μεγαλωσύνη καί τήν ανωτερότητα άπολύτως, είναι σά νά άερολογούμε. Γιατί τά συγκεκριμένα πράγματα έχουν μεγαλύτερη σπουδαιότητα γιά τις άνάγκες τών ανθρώπων παρά οί γενικότητες. Αρκετά λοιπόν γιά τό δυνατό καί τό αδύνατο, γιά τό αν κάτι έχη συμβή ή όχι, αν θά συμβή ή δέ θά συμβή, επίσης καί γιά τό μέγεθος καί τή μικρότητα τών πραγμάτων.

Αριστοτέλους Ρητορική Τέχνη, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων,
Μετάφρ/Σημειώσ:Απ. Παπανδρέου,Επιμέλεια:Ανδριάννα Χαχλά