Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Η πτώση

–Ανεβαίνομεν;
 –Τουναντίον· κατεβαίνομεν. Έτι χείρον, πίπτομεν!
Ιούλιος Βερν

Η γλώσσα έπαψε να πατάει στη ζωή, ν’ ακουμπάει στο έδαφος. Πεθαίνει μαζί μας στον αέρα. Χρησιμοποιείται βέβαια. Και αυτή, όπως κι εμείς. Ασύδοτα και κατά κόρον. Αλλά τούτο δεν φτάνει για να την κρατήσει στη ζωή. Ίσα-ίσα, που της κόβει το νήμα και τη σκότωνει κάθε μέρα πιο πολύ.

Κι έγινε η γλώσσα μουσική του ασανσέρ, αδιάφορο νανούρισμα για τους ζωντανούς-νεκρούς, τους είλωτες που χτίζουν τη Βαβέλ με το βούρδουλα –από τότε που γύρισε στη χώρα μας ανάστροφα το καταπέτασμα, και κοιτάζει πλέον προς τα κάτω ο βιβλικός της πύργος, μπας και καταφέρει ν’ αγγίξει τούτη τη φορά τα έγκατα, όχι τον ουρανό.

Ο Πρωθυπουργός μιλάει στο λαό σαν ξεπεσμένη ντίβα, αλλά ντίβα-βιρτουόζα σε μουσική του ασανσέρ. Μιούζακ. Απευθύνει πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα και, πριν καλά-καλά καταπιεί το σάλιο του στην αποφώνηση, διαψεύδεται πανηγυρικά από εκείνους ακριβώς στους οποίους προσβλέπει ασμένως για στήριξη δια της επιβράβευσης. Αυτή είναι η νεκρή γλώσσα. Σαν γριά κολορατούρα που ξελαρυγγιάζεται για να βγάλει την κορώνα της, αλλά, δυστυχώς, δεν ακούγεται χειροκρότημα από την πλατεία και τα θεωρεία, παρά μόνο γιούχα και σούσουρο –εξαιρούνται κάτι αυθάδη πλην μοναχικά παλαμάκια εδώ κι εκεί από κάποιους σκόρπιους κλακαδόρους, που όμως δεν παρασύρουν κανέναν μέσα στο κοινό των νεκρών ψυχών. Μολαταύτα, το σάλιο από το «Καλή Χρονιά» δεν δένεται κόμπο στο λαιμό του, δεν ξεροκαταπίνει· σε ό,τι τον αφορά, η ερμηνεία του, της ντίβας, εξακολουθεί εντούτοις να ισχύει. Και αποσύρεται ατάραχος για το σκοτεινό καμαρίνι.

Ίσως να επανέλθει κιόλας, με μπιζ –νεότερο διάγγελμα, αν του καπνίσει. Τώρα μάλιστα που σ’ ενάμιση χρόνο διακυβέρνησης όλο κι όλο ξεπέρασε όσα είχε βγάλει αυτός ο Τσώρτσιλ σε ολόκληρο το δεύτερο Παγκόσμιο, τι θα τον σταματήσει; Που δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά; Από φέτος αιφνιδίως δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά; Στα καλά καθούμενα; Μπα;

Με νεκρή τη γλώσσα, ομοίως διαψεύδονται, αυτοδιαψεύδονται και γελοιοποιούνται σε κάθε ευκαιρία όλοι οι λοιποί, θλιβεροί κυβερνητικοί παράγοντες –δηλαδή, οι σκόρπιοι κλακαδόροι. Βρίθει το Διαδίκτυο από σπαρταριστά μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα, στα οποία, κατά το πρότυπο Σαμαρά, ανερυθρίαστοι Στουρναραίοι και Αδώνηδες της Οικονομίας, της Υγείας, της Παιδείας κ.τ.λ., αναιρούν ανενδοίαστα την επόμενη μέρα on camera ό,τι είχαν δηλώσει με έπαρση ανέκλητης δέσμευσης την προηγούμενη, επίσης on camera. Όπου νάναι θα τους πάρουν στο κυνήγι αγανακτισμένοι μέχρι και οι σέρβερ του YouTube!

Κι έτσι η χώρα περνάει επισήμως σ’ έναν νέο γύρο διεθνούς περίγελου, φυσικών και ψηφιακών διαστάσεων –καταγέλαστη η δύσμοιρη και ο λαός της παντού, όπου άνθρωπος επί γης.

Με υπόκρουση τη νεκρή μουσική από το μικρό μεγάφωνο της δεκάρας, κατέρχεται πλέον το ασανσέρ του ανεστραμμένου μας Πύργου της Βαβέλ με όλη του τη φόρα και προσπερνάει έναν-έναν τους ορόφους ακάθεκτο προς τον τελευταίο, που, ενώ προορίζονταν για επιστέγασμα ύβρεως όταν κάποτε χτίζονταν το κτίριο προς τα πάνω σαν επίτευγμα, συνιστά σήμερα αυτός απώτατο όριο θεσμικής κατάντιας για το βάθος του το αμέτρητο. Χαίρε βάθος αμέτρητο, λοιπόν! Μιλάμε για το έσχατο υπόγειο, όπου οι κυβερνώντες έχουν απωλέσει πλήρως και μέχρις άκρας κεραίας κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Στο ασανσέρ μας, πλάι στο αντίστοιχο κουμπί γράφει: «Κόλαση». Και το κουμπί είναι αναμμένο.

Ολόκληρος λαός παγιδευμένος σε ασανσέρ. Ασύλληπτο! Σε ελεύθερη πτώση, παρακολουθεί με μνημειώδη ελαφρότητα και σκυμμένο κεφάλι τους ταγούς του να τον παραδίδουν στη χλεύη της Οικουμένης ως σφάγιον άτιμον. Ελπίζει πού άραγε ο έρημος; Να πιάσει επιτέλους πάτο κάποια στιγμή;

Μα είναι φρεναπάτη ο πάτος. Δεν υπάρχει τέτοιος στο φρεάτιο. Ούτε κάποια κόλαση εκεί, άλλη από το ίδιο το ασανσέρ. Αυτό είναι η κόλαση! Με τη νεκρή μουσική να παίζει, και τους σατανάδες μέσα, να κατεβαίνουν. Εκείνοι όμως στην πορεία για τον προορισμό τους! Εκεί όπου αισθάνονται άνετα· εκεί όπου νιώθουν σπίτι τους. Εμείς; Μαζί; Τόσο βέβαιοι πια ότι θα μπορέσουμε να σηκωθούμε στα πόδια μας; Απ’ όσο χαμηλά κι αν ποτέ το επιχειρήσουμε; Ή μήπως απλώς μας νίκησε το ένστικτο του θανάτου;

Αν μας νίκησε, τότε ας δώσει μιαν ημέρα να μας θρηνήσει επάνω κάποιος με μια μουσική καλύτερη τουλάχιστον. Διότι κανένας δεν θα μείνει και τίποτε από εμάς, να μας θυμούνται. Ποιος να μας ψάξει εδώ κάτω, και γιατί; Και ποιος θα μας βρει τόσο βαθειά, νεκρό λαό, νεκρή γλώσσα…

by Sotos