Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Περί Βλακείας

ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ ΚΑΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΛΑΚΕΙΑ, με τη βοήθεια της οποίας θα μπορούσα να επιχειρήσω να λυτρώσω τον κόσμο. Ακόμα και μέσα στα όρια της επιστημονικής επιφυλακτικότητας, δε βρήκα κάποια έρευνα με τέτοιο αντικείμενο ούτε καν μια ταύτιση γνωμών όσον αφορά στην έννοιά της, όπως θα μπορούσε καλώς ή κακώς να προκύψει από τη μελέτη συναφών θεμάτων.

Μπορεί αυτό να οφείλεται στην άγνοιά μου, αλλά το πιθανότερο είναι πως το ερώτημα «Τι είναι η βλακεία;» ανταποκρίνεται ελάχιστα στις συνθήκες της σημερινής διανόησης, όπως τα ερωτήματα τι είναι καλό, τι είναι ωραίο ή τι είναι ηλεκτρισμός. Εντούτοις είναι αρκετά ελκυστική η επιθυμία να προσδιοριστεί επιτέλους αυτή η έννοια και να δοθεί μία όσο το δυνατόν πιο νηφάλια απάντηση σε ένα τόσο πρωταρχικό ερώτημα κάθε ύπαρξης.

ΕΤΣΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΚΑΤΑΠΙΑΣΤΗΚΑ ΚΙ ΕΓΩ ΜΕ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Η ΒΛΑΚΕΙΑ και όχι όπως εμφανίζεται -μια περιγραφή που θα αποτελούσε για μένα μάλλον ένα επαγγελματικό κίνητρο και μια αποστολή. Και καθώς δεν ήθελα να καταφύγω στη λογοτεχνία ούτε μπορούσα να το κάνω με επιστημονικό τρόπο, το επιχείρησα εντελώς απλοϊκά, όπως είναι πάντα το ευκολότερο σε τέτοιες περιπτώσεις, ξεκινώντας απλώς από τη χρήση της λέξης «βλακεία» και των συναφών της, αναζητώντας τα πιο κοινά παραδείγματα και φροντίζοντας να τα βάλω σε μια σειρά μόλις τα σημείωνα.

ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΜΕΘΟΔΟΣ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΚΟΙΝΟ ΜΕ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ: αυτό που νομίζουμε πως παρατηρούμε, το παρατηρούμε για λίγο, χωρίς να το χάνουμε από τα μάτια μας, αλλά καθώς πλησιάζουν από διαφορετικές κατευθύνσεις και άλλες, εντελώς όμοιες πεταλούδες διαγράφοντας μια εντελώς όμοια τεθλασμένη πορεία, σύντομα δεν ξέρουμε πια αν ακολουθούμε την ίδια. Αυτό συμβαίνει και με τα παραδείγματα από την οικογένεια της βλακείας: δε μπορούμε πάντα να διακρίνουμε αν σχετίζονται πραγματικά λόγω της προέλευσής τους ή αν συνδέονται απλώς επιφανειακά και εμείς τυχαία περνάμε από το ένα στο άλλο, ούτε και είναι τόσο απλό να τα αναγάγουμε όλα σε ομώνυμα κλάσματα με τη βλακεία ως κοινό παρονομαστή.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ, ΟΜΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΑΔΙΑΦΟΡΟ ΠΩΣ ΘΑ ΑΡΧΙΣΟΥΜΕ. Αν αρχίσουμε λοιπόν με οποιονδήποτε τρόπο και αμέσως μάλιστα με την πρωταρχική δυσκολία, πως όποιος προτίθεται να μιλήσει περί βλακείας ή να επωφεληθεί από τη συμμετοχή του σε μια τέτοια συζήτηση, πρέπει να προϋποθέσει πως ο ίδιος δεν είναι βλαξ -άρα να ισχυριστεί ανοιχτά πως πιστεύει ότι είναι έξυπνος, παρόλο που αυτό θεωρείται ως ένδειξη βλακείας! Αν εξετάσουμε όμως αυτό το ερώτημα, γιατί θεωρείται βλακεία να ισχυρίζεται κανείς ανοιχτά πως είναι έξυπνος, προκύπτει καταρχάς μια απάντηση που φαίνεται σκεπασμένη από τη σκόνη των προγονικών αντιλήψεων, διότι λέει πως είναι πιο συνετό να μην εμφανίζεται κανείς ως έξυπνος.

ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΝ ΠΩΣ ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΙΑ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ, Η ΣΗΜΕΡΑ ΠΛΕΟΝ ΟΧΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ, οφείλεται ακόμα σε καταστάσεις όπου ήταν όντως εξυπνότερο για έναν λιγότερο ισχυρό να μη θεωρείται έξυπνος, καθώς η εξυπνάδα του μπορούσε να θεωρηθεί απειλή για τον περισσότερο ισχυρό! Η βλακεία αντιθέτως αποκοιμίζει τη δυσπιστία, την αφοπλίζει, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίχνη μιας τέτοιας παλιάς πονηριάς ή κουτοπονηριάς υπάρχουν ωστόσο ακόμα σε σχέσεις εξάρτησης, όπου οι δυνάμεις έχουν κατανεμηθεί τόσο άνισα, ώστε ο ανίσχυρος να παριστάνει, για την ασφάλειά του, έναν μεγαλύτερο βλάκα απ’ ό,τι είναι.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΙΧΝΗ, ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, εμφανίζονται ακόμα στην επαρχιώτικη κουτοπονηριά, στη συναναστροφή των υπηρετών με τους ευφραδείς κυρίους τους, στη σχέση του στρατιώτη με τον ανώτερό του, του μαθητή με τον δάσκαλο και των παιδιών με τους γονείς. Εκείνος που ασκεί την εξουσία εκνευρίζεται λιγότερο με την ανικανότητα ενός ανίσχυρου, παρά με την άρνησή του. Η βλακεία μάλιστα τον φέρνει σε απόγνωση, δηλαδή αναμφίβολα σε μια κατάσταση αδυναμίας.

ΑΥΤΟ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΠΩΣ Η ΕΞΥΠΝΑΔΑ ΕΥΚΟΛΑ ΤΟΝ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙ. Την εκτιμά, βέβαια, στον δουλοπρεπή, αλλά μόνον εφόσον συνδέεται με μια υποταγή άνευ όρων. Από τη στιγμή που λείπει αυτό το εχέγγυο και γίνεται αβέβαιο αν εξυπηρετεί το συμφέρων του ως εξουσιάζοντος, την αποκαλεί μάλλον αλαζονεία, θράσος ή δολιότητα, παρά εξυπνάδα. Έτσι συχνά δημιουργείται η εντύπωση πως η εξυπνάδα υπονομεύει την τιμή και την εξουσία του ισχυρού, ακόμα κι αν δεν απειλεί πραγματικά την ασφάλειά του. Αυτό είναι χαρακτηριστικό στην παιδεία, όταν ένας ανυπάκουος αλλά προικισμένος μαθητής τιμωρείται σκληρότερα από έναν άλλον που δεν πειθαρχεί λόγω βλακείας.

ΣΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΕΧΕΙ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΩΣ ΜΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ, όσο καλύτερη είναι η συνείδηση την οποία αντιμάχεται. Ακόμα και η δικαιοσύνη δεν έχει μείνει αλώβητη από αυτήν την προσωπική προκατάληψη και καταδικάζει μια έξυπνα οργανωμένη εγκληματική πράξη με ιδιαίτερη δυσμένεια, ως δόλια και απεχθή. Επίσης στην πολιτική μπορεί ο καθένας να βρει παντού παραδείγματα.

Ρόμπερτ Μούζιλ, "Περί Βλακείας"