Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Αιώνιοι Εργάτες στον Πύργο της Βαβέλ

‘Ολα αρχίζουν κάπου εκεί μετά τον κατακλυσμό του Νώε. Οι απόγονοί του,όπως αναφέρει ο μύθος στο βιβλίο της Γένεσης, βρήκαν καταφύγιο στην πεδιάδα της Σεναάρ και αφού εγκαταστάθηκαν και ανέπτυξαν μια σταθερή κοινότητα,θέλησαν να κατασκευάσουν ένα κτίριο τόσο ψηλό που η κορυφή του να φτάσει τον ουρανό. 

Στόχος τους ήταν να μείνουν ονομαστοί στις επόμενες γενιές αφήνοντας παρακαταθήκη αυτό το τιτάνιο έργο. Γι’αυτή τους την αλαζονεία ο Θεός τους τιμώρησε συγχέοντας τις γλώσσες των εργατών έτσι ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν και να καταστεί αδύνατη η τελειοποίηση του έργου. Εκείνο,όμως, που κεντρίζει το ενδιαφέρον και ίσως αξίζει μια περαιτέρω ανάλυση και προσοχή είναι το βαθύτερο νόημα και η διαχρονική συμβολικότητα του μύθου,πέρα από την απλή ανάγνωσή του.

Έλλειψη επικοινωνίας, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό των ανθρώπινων σχέσεων τόσο άμεσα συνδεδεμένο με την κοινωνική διαντίδραση που για να παρατηρήσουμε την απαρχή του ως φαινόμενο,θα πρέπει να ανατρέξουμε στην εποχή που ο άνθρωπος πρωτοάρχισε να σχηματίζει κοινωνίες και να αλληλεπιδρούν τα άτομα μεταξύ τους. Δεν είναι γνώρισμα της <<σύγχρονης>> εποχής,στην οποία επιρρίπτονται το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών για την αλλοίωση της ποιότητας του άλλοτε <<αγνού>> κοινωνικού ιστού,δεν είναι αποτέλεσμα της βιομηχανοποίησης ή της αστικοποίησης των μαζών, δεν είναι αποτέλεσμα της αυξανόμενης αποξένωσης των ανθρώπων τους τελευταίους δύο αιώνες.

 Αντιθέτως, είναι ένα καθολικό φαινόμενο που πλανάται μέσα στο χρόνο από τότε που ο άνθρωπος κατέστη κοινωνικό ον, κι αυτό γιατί αποτελεί προϊόν δύο παναθρώπινων στοιχείων του χαρακτήρα μας, ασχέτως με την εποχή στην οποία ζήσαμε, του εγωισμού και της διαφορετικότητας. Το ζήτημα είναι ότι συνήθως, όταν μιλάμε για έλλειψη επικοινωνίας, αναγάγουμε το πρόβλημα στη σημερινή εποχή και κάθε προσπάθεια ανάλυσής του περιορίζεται στο ότι οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν διότι δεν έχουν είτε χρόνο,είτε διάθεση, λόγω της καθημερινότητας που τους πνίγει. Αυτό, εν μέρει, ισχύει αλλά σε ένα τέτοιας σημασίας ζήτημα, δεν του αξίζει να εξηγηθεί σε τόσο στενά πλαίσια. Άλλωστε, αποδεικνύεται καθημερινά, πως δύο άνθρωποι μπορεί να συζητούν με τις ώρες, χωρίς στην πραγματικότητα να επικοινωνούν.

Γι’αυτό, μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να ευθύνεται ο σύγχρονος τρόπος ζωής και τα δυσάρεστα αποτελέσματά του: άγχος, ανασφάλεια, αδυναμία να ζήσουμε και να χαρούμε τη στιγμή, άπειρες σκέψεις που στροβιλίζονται στο νου μας, αλλά από την άλλη, και σε ένα δεύτερο επίπεδο, πρωταρχικό ρόλο παίζει η ίδια η ανθρώπινη φύση,και από αυτήν είναι αδύνατο να ξεφύγουμε.

Η πασίγνωστη φράση <<ο κάθε άνθρωπος ειναι διαφορετικός>> είναι τόσο κλισέ,όσο και η κατανόησή της απόλυτα βασική προϋπόθεση ώστε να καταδυθούμε στη βάση του προβλήματος της έλλειψης επικοινωνίας. Το κάθε άτομο είναι μοναδικό στον κόσμο, παρόλ’ αυτά όμως,εμφανίζει πλήθος χαρακτήρων αναλόγως των συνθηκών στις οποίες καλείται να παραστεί. Για παράδειγμα, το ίδιο άτομο, μπορεί να δείχνει προς τα έξω άλλο χαρακτήρα όταν βρίσκεται με άλλο ένα άτομο, διαφορετικό όταν βρίσκεται σε μια παρέα δύο, τριών η τεσσάρων ατόμων και ακόμα πιο διαφορετικό όταν βρεθεί σε όχλο. Και ενώ όλοι αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες, λοιπόν, αφορούν πάντα το ίδιο άτομο το οποίο έχει βέβαια μια σταθερή βάση, οι συνθήκες γύρω του του επιβάλλουν να μεταλλαχθεί σύμφωνα με την υποσυνείδητη ανάγκη του ανθρώπου είτε για αποδοχή απο το σύνολο, είτε για επιβολή στο σύνολο. 

Αναμφίβολα, όλες αυτές οι αμέτρητες μεταβολές στο χαρακτήρα μας συμβαίνουν καθημερινά στα πλαίσια της δημόσιας ζωής μας, όταν αναγκαζόμαστε να ανασύρουμε τον πραγματικό εαυτό μας από το παρασκήνιο στο προσκήνιο και τελικά να τον εκθέσουμε. Στην ιδιωτική μας ζωή, η οποία αφορά τις στιγμές που βρισκόμαστε ολομόναχοι και μόνο εκεί μπορούμε να αντικρίσουμε το ποιοί είμαστε αληθινά χωρίς υπεκφυγές και ψέμματα, αποκρυσταλλώνεται πλέον η αυτούσια δομή του χαρακτήρα μας και με λίγη αυτογνωσία βλέπει ο καθένας ότι απέχει από αυτό που επιλέγει να εξωτερικεύσει.

Όταν, λοιπόν, έρχεται η στιγμή που επιστρατεύουμε το δημόσιο χαρακτήρα μας και χρειάζεται να επικοινωνήσουμε, χτίζουμε ασυνείδητα, ή και συνειδητά πολλές φορές, ένα τείχος άμυνας απέναντι σε κάθε ξένο ερέθισμα που λαμβάνουμε και προτάσσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που απορρέουν από το εγώ και τη διαφορετικότητά μας.

Συνοψίζοντας, για όλους τους παραπάνω λόγους, ο άνθρωπος δε δύναται να είναι απόλυτα ανοιχτός σε μια μορφή επικοινωνίας και να γίνει μέρος της στον υπέρτατο βαθμό,κι αυτό διότι δεν τον αφήνει ο ίδιος του ο εαυτός. Φαντάζει ακατόρθωτο να απογυμνωθούμε εντελώς από κάθε είδους πεποίθηση και δυναμική που μας ωθεί να επιβάλλουμε, άλλοτε λίγο άλλοτε πολύ,τις δικές μας αντιλήψεις, αξίες και κατ’επέκταση ένα κομμάτι του εαυτού μας που ψάχνει απεγνωσμένα χώρο να σφετεριστεί, στο νου του άλλου. Τελικά, η έννοια της πραγματικής επικοινωνίας, της αληθινής και χωρίς όρους πόλωσης δύο ανθρώπων, ίσως είναι ουτοπική, ίσως είναι αθεράπευτα ρομαντική, σίγουρα όμως είναι δυσεύρετη κι αυτό όχι γιατί είναι κάτι πολύ μακριά από τα ανθρώπινα δεδομένα, αντίθετα, τόσο πολύ κοντά που βρίσκεται μέσα μας. 

Εκείνο που χρειάζεται να κάνουμε,είναι βέβαια δύσκολο αλλά και λυτρωτικό,να γνωρίσουμε και να αποδεχτούμε το ποιοι πραγματικά είμαστε, να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και να μη φοβηθούμε να τον εκθέσουμε, μια διαδικασία σαφώς βίαιη που μόνο, όμως, καλά θα έχει να μας προσφέρει.

Παναγιώτης Μητρόπουλος