Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Μίλαν Κούντερα: Η Αθανασία

“Το πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος: είναι η αθανασία. Η «μικρή» και η «μεγάλη». Τη μικρή την κερδίζουμε όλοι, λίγο-πολύ, στη μνήμη αυτών που μας αγάπησαν. Τη μεγάλη την αξιώνονται εκείνοι που διαβαίνουν το όριο της φήμης, αλλά και κάποιοι γύρω τους…”
"Ο άνθρωπος είναι ένα σχέδιο για το οποίο θα μπορούσε να πει κανείς το ίδιο πράγμα. Καμιά Ανιές, κανένας Πωλ, δεν σχεδιάστηκαν στον υπολογιστή, αλλά ακριβώς ένα πρότυπο: το ανθρώπινο ον, σε πλήθος αντιτύπων που είναι απλά παράγωγα του αρχικού προτύπου και δεν έχουν καμία ατομική ουσία. Όχι περισσότερο από αυτήν που έχει ένα αυτοκίνητο που βγαίνει από τα εργοστάσια της Ρενώ.
Την ουσία του αυτοκινήτου πρέπει να την αναζητήσει κανείς πέρα από αυτό το αυτοκίνητο, στα αρχεία του κατασκευαστή. Μόνο ένας αριθμός σειράς ξεχωρίζει το ένα αυτοκίνητο από το άλλο. Σ' ένα ανθρώπινο αντίγραφο, ο αριθμός είναι το πρόσωπο, αυτό το τυχαίο και μοναδικό σύνολο χαρακτηριστικών.
Ούτε ο χαρακτήρας, ούτε η ψυχή, ούτε αυτό που ονομάζουν "εγώ" δεν αποκαλύπτονται στο σύνολο αυτό. Το πρόσωπο δεν κάνει τίποτ' άλλο παρά να αριθμεί ένα αντίτυπο."
Λίγο παρακάτω προβάλλει το ερώτημα:
"Μετά το θάνατο, ποιον τρόπο ύπαρξης είχε προγραμματίσει ο υπολογιστής;" 
Κι εκεί αρχίζει να ξετυλίγεται το μυθικό τοπίο του Κούντερα περί αθανασίας. Πώς κατακτά ο καθένας την αθανασία.  Είναι ένα τοπίο σύγχρονο, ο υπολογιστής που ήδη αναφέρθηκε, συμπληρώνεται από όλα τα άλλα στοιχεία της σύγχρονης ζωής.
"Η ζωή έχει μεταμορφωθεί σε μια εκτεταμένη παρτούζα στην οποία όλος ο κόσμος παίρνει μέρος. Όλος ο κόσμος μπορεί να δει σε μια τροπική πλαζ την πριγκίπισσα της Αγγλίας να γιορτάζει τα γενέθλιά της γυμνή.  Φαινομενικά, η φωτογραφική μηχανή δεν ενδιαφέρεται παρά για τους διάσημους ανθρώπους, αλλά αρκεί να συντριβεί ένα αεροπλάνο δίπλα σας, ν' ανάψουν φλόγες στο πουκάμισό σας, για να γίνετε κι εσείς διάσημοι και να περιληφθείτε στη γενική παρτούζα που δεν έχει τίποτα να κάνει με την απόλαυση, αλλά αναγγέλλει πανηγυρικώς ότι κανένας δεν μπορεί πια πουθενά να κρυφτεί και ότι ο καθένας είναι στο έλεος όλων."
Και λίγο παρακάτω ο συγγραφέας θα υψώσει φωνή απελπισίας:

"- Ο ατομικισμός; Πού είναι ο ατομικισμός όταν η μηχανή σε φωτογραφίζει τη στιγμή της αγωνίας σου; Αντίθετα, είναι φανερό ότι το άτομο δεν ανήκει πια στον εαυτό του, ότι είναι εντελώς ιδιοκτησία των άλλων."

Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Πως όταν βλέπεις δυο και τρία πρόσωπα, καταφέρνει να ξεχωρίζεις τις διαφορές τους. Στην εποχή μας που τα πρόσωπα γίνονται πολυάριθμα, το άτομο σταματά να υπάρχει. 
  • "δεν βλέπεις παρά τις πολυάριθμες παραλλαγές ενός και μόνον προσώπου και ότι ποτέ, κανένα άτομο δεν έχει υπάρξει" 
Κι ακολουθεί η αναγκαία διαφωνία... για το πρόσωπο: 
  • "- Όταν αγαπάς κάποιον, αγαπάς το πρόσωπό του και το κάνεις έτσι ολότελα διαφορετικό από τα άλλα. Το ξέρω. Με γνωρίζεις από το πρόσωπό μου, με γνωρίζεις ως πρόσωπο, και ποτέ δε με γνώρισες διαφορετικά. Έτσι δεν μπόρεσε να σου περάσει η ιδέα ότι το πρόσωπό μου δεν είμαι εγώ."
Και ο Κούντερα συνεχίζει ακάθεκτος να μας ξεγυμνώνει. 
"Μετά το πρόσωπο παίρνει σειρά το όνομα, που κι αυτό τυχαία μας έχει κληρωθεί. Και όμως φτάνουμε να συγχέουμε τον εαυτό μας μαζί του. Ίδια την έχουμε πατήσει και με το πρόσωπό μας. Αφού πρώτα χρειάστηκε να εξοικειωθούμε μαζί του παρατηρώντας το από παιδιά στους καθρέφτες... Καταλήγουμε στο τέλος να πιστεύουμε ότι αυτό που βλέπουμε στο καθρέφτη είναι το "εγώ" μας. Κι αφού δεν ξέρουμε ποιοι αληθινά είμαστε εμείς και ποιοι αληθινά είναι οι άλλοι, πώς μπορούμε να ερωτευόμαστε; Αυταπάτη ο έρωτας, καταλήγει ο Κούντερα. 
Και φυσικά έχει δίκιο αν κι εφόσον μιλάει για ευνουχισμένες προσωπικότητες που δεν έχουν κατακτήσει την αυτογνωσία τους. Το πρόβλημα είναι τόσο παλιό όσο και ο άνθρωπος. Η τεχνολογική έκρηξη όμως του σήμερα το έχει κάνει οξύτερο. Και μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο του Κούντερα κυκλοφορεί κοντά είκοσι χρόνια. Χρόνια που εισέβαλε στη ζωή μας εκτός από τον υπολογιστή και το διαδίκτυο. Ποια φωτογραφική μηχανή; 
Με δυο κινήσεις μπορείς πια από το σπίτι σου να παίρνεις μέρος στο παγκόσμιο χωριό και κατά τον Κούντερα στην παγκόσμια παρτούζα. Η εγωταυτότητα του καθενός μας κινδυνεύει όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του είδους μας...  Ταυτόχρονα, μπλέκονται –ως συνήθως- χίλιες δυο άλλες έννοιες, σκέψεις, συμπεριφορές. Πώς καταφέρνει και χωράει αλλά και δένει τόσο πολλά και διαφορετικά πράγματα, ακόμα και ιστορίες, στο ίδιο μυθιστόρημα, χωρίς ποτέ τίποτα να αποτελεί παραφωνία και χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη, είναι άξιο θαυμασμού! 
«…Πώς να ζήσει κανείς σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν συμφωνεί; Πώς να ζήσει με τους ανθρώπους, όταν δεν μπορεί να οικειοποιηθεί ούτε τα βάσανα ούτε τις χαρές τους; Όταν δεν ξέρεις να είσαι ένας απ’ αυτούς;…» 
Τόσο πυκνογραμμένο σε νοήματα, συναισθήματα, εικόνες! Δίνει τόσες διαφορετικές οπτικές του ίδιου πράγματος, τόσες διαφορετικές πιθανές ερμηνείες της ίδιας συμπεριφοράς. Καταρρίπτει εντελώς φυσικά καθετί που θεωρούμε δεδομένο κι αυτονόητο, προκειμένου να ξεμπερδεύουμε με προβληματισμούς και σκέψεις.

Πόσο αυτό που ονομάζουμε «πραγματικότητα» είναι όντως έτσι και δεν είναι τελικά αυτό μόνο το «φαίνεσθαι», ενώ την πραγματική πραγματικότητα την αγνοούμε, την παραγνωρίζουμε και την υποτιμούμε. Πόσο, εν ολίγοις έχουν αποπροσανατολιστεί οι αξίες και μας απομακρύνουνε τελικά από την ουσία και την ευτυχία. Πόσο η πραγματική εικόνα του καθενός μας, αυτό που είμαστε πραγματικά και εσωτερικά, έχει καλυφθεί από την εξωτερική εικόνα μας και έχει βιαστεί και παρερμηνευτεί από τα βλέμματα των άλλων:

«…Φαντάσου ότι έχεις ζήσει σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν καθρέφτες. Θα το είχες ονειρευτεί το πρόσωπό σου, θα το είχες φανταστεί σαν ένα είδος εξωτερικής αντανάκλασης αυτού που θα υπήρχε μέσα σου. Κι έπειτα, υπόθεσε ότι στα σαράντα σου χρόνια θα σου έτειναν έναν καθρέφτη. Φαντάσου τη φρίκη σου. Θα είχες δει ένα τελείως ξένο πρόσωπο και θα είχες καταλάβει καθαρά αυτό που αρνείσαι να παραδεχτείς: το πρόσωπό σου δεν είσαι εσύ…»

«…τώρα το μάτι του Θεού είχε αντικατασταθεί από τη φωτογραφική μηχανή. Το μάτι του ενός μόνου είχε αντικατασταθεί από όλων τα μάτια. Η ζωή είχε μεταμορφωθεί σε μια εκτεταμένη παρτούζα στην οποία όλος ο κόσμος παίρνει μέρος…»

Πόσο η ίδια η ζωή δεν είναι αυτό που φαίνεται και πόσο σημαντική και καθοριστική μπορεί αν αποβεί μια απλή σύμπτωση και ν’ αλλάξει τα πάντα. Πόση σημασία μπορεί να έχει κάτι εντελώς απροσδόκητο.

Πόσο η διατήρηση της παιδικότητας μπορεί να μας προστατέψει, να γίνει καταφύγιο και ασπίδα:

«…Τίποτα δεν είναι περισσότερο προνομιακό από το να υιοθετείς μια παιδιάστικη συμπεριφορά. Καθώς είναι ακόμα αθώο και άπειρο, το παιδί μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του ό,τι θέλει. Καθώς δεν έχει περάσει ακόμα στον κόσμο όπου βασιλεύει ο τύπος, δεν είναι υποχρεωμένο να τηρεί τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς. Μπορεί να εκφράζει τα συναισθήματά του χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες…»

«…Στις μέρες μας, ρίχνονται πάνω σε καθετί το οποίο έγινε δυνατό να γραφτεί για να το μεταμορφώσουν σε ταινία, σε τηλεοπτική ιστορία ή σε κινούμενα σχέδια. Καθώς το ουσιώδες στο μυθιστόρημά μου είναι αυτό που δεν μπορείς να πεις παρά μόνο μ’ ένα μυθιστόρημα, σε κάθε προσαρμογή δε μένει παρά το μη ουσιώδες. Οποιοσδήποτε είναι ακόμα αρκετά τρελός για να γράφει σήμερα μυθιστορήματα, πρέπει, αν θέλει να τα προστατέψει, να τα γράφει με τέτοιο τρόπο που να μην μπορούν να προσαρμοστούν, μ’ άλλα λόγια να μην μπορούν να τα διηγηθούν…»

Όλα αυτά και άλλα τόσα σ’ ένα και μόνο βιβλίο. Και βέβαια δοσμένα με την γνωστή μαεστρία του Κούντερα.

«Σκέπτομαι, άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δεν διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα λίγο πολύ, μεταθέτοντας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Αν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ μόνο που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων…»

«…Παράξενη, αξέχαστη στιγμή: είχε ξεχάσει το εγώ της, είχε χάσει το εγώ της, και είχε απελευθερωθεί από αυτό. Και εκεί υπήρχε η ευτυχία…».