Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ο φωτισμένος άνθρωπος

«Στην υποταγή υπάρχει πάντα ο φόβος κι ο φόβος θολώνει το μυαλό. Οι άνθρωποι φοβούνται, φοβούνται πάρα πολύ εκείνους που γνωρίζουν τον εαυτό τους.

Έχουν μια ορισμένη δύναμη, μια αύρα και ένα μαγνητισμό, μια χαρισματικότητα που μπορεί να βγάλει από τη φυλακή της παράδοσης τους ζωντανούς, νέους ανθρώπους.

Ο φωτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να υποδουλωθεί –αυτή είναι η δυσκολία – και δεν μπορεί να φυλακιστεί. Κάθε ιδιοφυής άνθρωπος που έχει γνωρίσει κάτι από τον εσωτερικό κόσμο είναι επόμενο να είναι κάπως δύσκολο να αφομειωθεί.

Θα μετατραπεί σε δύναμη που αναστατώνει. Οι μάζες δεν θέλουν να αναστατώνονται, ακόμη κι αν ζουν στη δυστυχία  είναι δυστυχισμένοι, αλλά έχουν συνηθίσει στη δυστυχία. Και όποιος δεν είναι δυστυχισμένος μοιάζει σαν ξένος.

Ο φωτισμένος άνθρωπος είναι ο πιο μεγάλος ξένος μέσα στον κόσμο, δεν φαίνεται να ανήκει σε κανέναν. Καμιά οργάνωση δεν τον περιορίζει, καμία κοινότητα, καμία κοινωνία, κανένα έθνος.»

Ο γαμήλιος χορός των πυγολαμπίδων

Ένα μαγικό θέαμα προσφέρουν κάθε άνοιξη και καλοκαίρι οι πυγολαμπίδες στην Κίνα. 

Μόλις σουρουπώνει, χιλιάδες μικροσκοπικά έντομα πετούν πάνω  από το  ποτάμι της κινεζικής επαρχίας Χεϊλοντζιγιάνγκ, σε έναν "γαμήλιο χορό".

Καθώς οι πυγολαμπίδες ζευγαρώνουν και αναπαράγονται, φωσφορίζουν τόσο έντονα που προσφέρουν ένα σχεδόν απόκοσμο θέαμα.

Η μάθηση χυμώδης σαν ροδάκινο

Το να μαθαίνεις είναι σαν να τρως ένα ροδάκινο.

Στην αρχή μοιάζει τραχύ και μπορεί να είναι ζαρωμένο.

Το φρούτο δε φαίνεται πολύ ελκυστικό ή γευστικό, αλλά μετά την πρώτη φάση ανακαλύπτεις τη σάρκα του και η μάθηση γίνεται χυμώδης, γλυκιά και θρεπτική.

Ευγνωμοσύνη

Υπάρχουν μερικές στιγμές στη ζωή μας που μας κυριεύει μια βαθιά κατανόηση της πραγματικότητας και ο κόσμος μοιάζει να μένει ακίνητος.

Εκείνη την στιγμή χρειάζεται ν' αναδυθεί η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ, κινητήριος δύναμη και κύριο χαρακτηριστικό της Αψογότητας.

Οι στιγμές της έντονης Ευγνωμοσύνης / Αντίληψης  μπορούν να σημειωθούν σε καταστάσεις όπως:

Προσφέρεις ότι έχεις στην καρδιά σου

"Το 1952 ταξίδεψα στην Ελλάδα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο. Τότε, όταν πληροφορήθηκε η γερμανική πρεσβεία οτο σκόπευα να επισκεφτώ την Κρήτη θορυβήθηκε. Μιας και οι μνήμες από την πρόσφατη κατοχή ήταν νωπές και οι πληγές ανεπούλωτες ακόμα, μου συνέστησε να μην αποκαλύψω την αληθινή μου υπηκοότητα αλλά να λέω πως είμαι Ελβετός. 

Ωστόσο εγώ τους ήξερα τους Κρητικούς...από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός. Και όχι μόνο δεν έπαθα τίποτα αλλά, όπου κι αν πήγα, απόλαυσα τη θρυλική κρητική φιλοξενία.