Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Για τους «φίλους» μας…

Τα τυχαία είναι πάντα τα καλύτερα. Έτσι πίστευα, έτσι πιστεύω, έτσι θα πιστεύω. Και από τα τυχαία μαθαίνεις. Με τον πιο περίεργο τρόπο. Περίεργο και ενδιαφέρον.

Και να’ τος. Ο κύριος, που ήδη έχει πατήσει τα πενήντα, με μια ζωή στα στερεότυπα κτισμένη, το κολλαριστό κουστούμι και το αυτοκίνητο των ενενήντα χιλιάδων ευρώ. Το ασύλληπτο ελληνικό όνειρο, η κίβδηλη και άπιαστη υλική ευτυχία για το μέσο Έλληνα, προσωποποιημένη και επιτευγμένη. Να’ τος. Βιαστικά, κοκαλώνει το ακριβό γερμανικό τετράτροχο, χωρίς να ανάψει τα προειδοποιητικά φώτα. Άλλωστε τα αυτοκίνητα –ιαπωνικά και μεταχειρισμένα- που ακολουθούν, οφείλουν να προκρίνουν, ότι επιθυμεί να σταματήσει. Ειρωνεία.

 Ψάχνουν το δίκιο τους, κορνάροντας εκκωφαντικά και σε γαμήλιο ρυθμό για την παράβαση του Κ.Ο.Κ. Ίσως και να βωμολοχήσουν λίγο. Ξεθυμαίνουν έτσι πρόσκαιρα για τα δεινά των καιρών. Η ψυχοθεραπεία των δρόμων, η καλύτερη μετά το ποδόσφαιρο. Ειρωνεία. Και πάλι.

Και να’τος. Ανοίγει με γρήγορες κινήσεις το πορτ-παγκάζ και αδιαφορώντας για το σακάκι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των μαυροφορεμένων των διεθνών συναντήσεων –ελληνική ξενολαγνεία,ξενοπρέπεια και μίμηση- σκύβει, ωσάν πρωτόγονος τροφοσυλλέκτης ή σύγχρονος ρακοσυλλέκτης και μαζεύει τους κομμένους κορμούς. Βρίσκεται σε διονυσιακή εκστατική μανία και παραληρηματική κατάληψη. Μανιωδώς, λοιπόν, στοιβάζει το πολύτιμο - για την περίοδο - καύσιμο υλικό, το δημοφιλές πλέον ξύλο, παράδοξα στο αχόρταγο για βενζίνη, υψηλού κυβισμού αυτοκινούμενό του.

Οξύμωρο. Πιο οξύμωρο και από τους ‘Ελεύθερους Πολιορκημένους’. Τουλάχιστον, εκεί υπήρχε και το εξής άλλοθι: λογοτεχνική άδεια. Εδώ, σήμερα πρόκειται για κοινωνική πραγματικότητα, κοινωνική αηδία. Φρίττω, γυρίζω το βλέμμα μου αλλού.

Α, δεν εξήγησα για τους ξύλινους κορμούς, που ο φίλος μας τοποθέτησε στο αμάξι του. Μια από τις σπάνιες φορές που η τοπική αυτοδιοίκηση αποφάσισε να φανεί αποτελεσματική στις κατά τα άλλα θεσμοθετημένες υποχρεώσεις της είναι και τούτη. Οι λεύκες στο δρόμο, που βρίσκεται η οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα μου, ήταν ανεμοδαρμένες από τα μπουρίνια και θριλερικά επικίνδυνες να προκαλέσουν ατυχήματα στους περαστικούς, καθώς τα κλαδιά τους συναγωνίζονταν αυτά της κλαίουσας ιτιάς. Προς αποφυγήν ατυχημάτων, λοιπόν, οι εργαζόμενοι στο δήμο, ρίχτηκαν με ζήλο στην επιχείρηση που τους ανατέθηκε. Ζήλος που κράτησε τρεις μέρες, ίσως για να φανεί ότι όντως τον διαθέτουν. Ίσως για να πείσουν, ότι τουλάχιστον κάποιος εκεί μέσα τον διαθέτει. Και πέραν του ζήλου, όπως αποδείχτηκε, διακρίνονται ακόμη –ευτυχώς- και από ανθρωπιά. Δεδομένων των καταστάσεων, δεν συγκέντρωσαν τα προϊόντα της κίνησής τους σε κάδους μπάζων, μα τελειώνοντας, τα άφησαν στο πεζοδρόμιο για κοινή διάθεση μεταξύ αυτών που τα έχουν ανάγκη.

Η υποκειμενικότητα όμως –χαρακτηριστικό που, μαζί με το φιλότιμο, διακρίνει την ιδιοσυγκρασία του λαού μας χρόνια τώρα- διαδραμάτισε για μια ακόμη φορά καταλυτικό ρόλο σε τούτο το γεγονός.

Ο φίλος μας, ο κύριος στον οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, από τη δική του, υποκειμενική οπτική γωνία, θεώρησε πως πληρούσε τα κριτήρια ανάγκης, μαζεύοντας από το δρόμο,

αυτά που θα μπορούσε να αγοράσει, απλά και μόνο αντικαθιστώντας τα χρήματα του καθαριστηρίου για το σακάκι του μιας εβδομάδας.

Κοινωνική αηδία.

Μα να που ξαναγύρισα το βλέμμα μου. Και είχε φύγει. Είχε κάνει το πλιάτσικό του κι έφυγε. Ένα πλιάτσικο βαρβαρικό και ανέντιμο. Μάλλον πια μας έχει μείνει μόνο η υποκειμενικότητα, το φιλότιμο αντίο. Αντίο, μαζί με τις αλάνες, τις επισκέψεις χωρίς ειδοποίηση και το χαμόγελο. Μα γιατί πια δε χαμογελάμε, γιατί; Μιζέρια και απόγνωση μόνο στα πρόσωπα. Λες και πάντα πρέπει να αντικατοπτρίζουμε τις καταστάσεις στα φυσιογνωμικά μας χαρακτηριστικά. Και η ελπίδα; Ίσως πήγε κι αυτή αλλού, μαζί με το φιλότιμο και τις αλάνες, που λέγαμε. Μας φαίνεται πιο εύκολο να πιστέψουμε, ότι λεφτά υπάρχουν από το να πιστέψουμε σε κάτι καλύτερο και ευοίωνο…

Να’ τος πάλι. Ο φίλος μας επανήλθε, δριμύτερος. Άδειο το πορτ παγκάζζζζ…Άδειασε στο σπίτι, το σπίτι των εκατό σαράντα τετραγωνικών με κήπο και ήρθε. Ξαναφορτώνει και μαζί με αυτόν κι εγώ. Φεύγω για να μην κοιτώ, γιατί η οργή μου μεγαλώνει λεπτό το λεπτό και ίσως πάω να του ζητήσω το λόγο. Απλά στρέφω το βλέμμα μου αλλού.

Ελευθερία. Ο καθένας κάνει ό, τι του αρέσει και ό, τι λειτουργεί επικουρικά για την εκπλήρωση των συμφερόντων του.

Ποιος φταίει; Ο φίλος μας για την κοινωνική αναλγησία του; Ο δήμος που δεν ανέλαβε τη διανομή της περίσσιας ξυλείας σε εκείνους τους δημότες, που την έχουν ανάγκη; Οι περαστικοί που είδαν το περιστατικό και δεν έδειξαν την ηθική τους αντίρρηση στο συμβάν καθαυτό, κατ’ αρχήν και στο φίλο μας, εν συνεχεία;…Ίσως να φταίω εγώ ,εν τέλει, που έστρεψα το βλέμμα μου αλλού και δίστασα…Γιατί έτσι έχουμε μάθει. Το να μην αντιλαμβάνεσαι και κατά συνέπεια, να μην αντιδράς είναι λυπηρό μεν, αναπόφευκτο δε. Το να αποκωδικοποιείς και να κρίνεις τα ερεθίσματα, που σου δίδονται, ως κατακριτέα και να μην αντιτάσσεσαι είναι κάτι παραπάνω από μεμπτό.

Έτσι άφησα το φίλο μας να εκπληρώσει το σκοπό του. Και μετανιώνω. Μα έμαθα. Την επόμενη φορά θα αναγνωρίσω τα σημάδια. Και το μοιράζομαι για να γίνει γνωστό. Σαν αντίσωμα της κοινωνίας, όλοι μαζί σαν λευκά αιμοσφαίρια, γνωρίζουμε τον ιό πια. Μένει να ισχυροποιήσουμε το κοινωνικό ανοσοποιητικό μας σύστημα.

 Κωνσταντίνα Μπούρη