Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Από που προέρχονται τα ονόματα των οπωροφόρων

Την προέλευση της ονομασίας των οπωροφόρων η οποία ξεκινά από την ελληνορωμαική αρχαιότητα και φθάνει μέχρι τα νεώτερα χρόνια με έκταση από την λεκάνη της Μεσογείου μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία επιχειρεί να εξακριβώσει ο γλωσσολόγος Νίκος Σαραντάκος στο νέο του βιβλίο.

Μήλα, αχλάδια, ρόδια, κυδώνια, μούσμουλα, σύκα, φραγκόσυκα, κεράσια, φράουλες, βερίκοκα, δαμάσκηνα, κορόμηλα, τζάνερα, ροδάκινα, πεπόνια, καρπούζια, λεμόνια, κίτρα, πορτοκάλια, νεράντζια, μανταρίνια, φράπες, γκρέιπ-φρουτ, κουμκουάτ, σταφύλια, σταφίδες, μπανάνες, ανανάδες, ακτινίδια, μούρα, βατόμουρα, αλλά και καρύδια, βελανίδια, φιστίκια και χουρμάδες: Το βιβλίο  «Οπωροφόρες λέξεις. Η χυμώδης ιστορία των καρπών και των ονομάτων τους» του Νίκου Σαραντάκου φιλοξενεί όλα τα είδη των φρούτων και των καρπών που ξέρουμε και μας ανοίγει διπλά και τρίδιπλα την όρεξη, αλλά ο συγγραφέας δεν είναι, όπως εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε, ούτε μάγειρας ούτε γευσιγνώστης.

Εκείνο το οποίο τον απασχολεί είναι να εντοπίσει και να αποκαλύψει την καταγωγή των οπωροφόρων του λέξεων: πότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται στα ελληνικά και κάτω από ποιες ακριβώς περιστάσεις, από ποιες γλώσσες προήλθαν αν δεν γεννήθηκαν στους κόλπους της ελληνικής γλώσσας, σε ποιες γλώσσες μεταφυτεύτηκαν αν δεν έμειναν εντός των συνόρων του ελληνικού λεξιλογίου.


Για να κάνει τη δουλειά του ο Σαραντάκος ανατρέχει σε πλήθος πηγές: σε λεξικά, σε ιστορικά εγχειρίδια, σε λαογραφικές έρευνες, αλλά και σε λογοτεχνικά κείμενα, σύγχρονα και παλαιότερα. Από τα λογοτεχνικά κείμενα χρειάζεται οπωσδήποτε σταθούμε σ' ένα σύντομο σατιρικό έργο του Βυζαντίου του 13ου αιώνα.

 Το έργο ονομάζεται «Ο Πωρικολόγος» και είχε σημαντική επιτυχία και διάδοση στον καιρό του: διαβάστηκε κατά κόρον, γνώρισε πλήθος επανεκδόσεις και μεταφράστηκε σε τρεις γλώσσες, τα σέρβικα, τα βουλγάρικα και τα τούρκικα. Οι καρποί αποκτούν εδώ ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά και σατιρίζουν σε μια σπαρταριστή συνέλευση (βασιλιάς και αρχηγός της συνέλευσης είναι το «πανενδοξότατον Κυδώνιον») όλη τη βυζαντινή εθιμοτυπία της εποχής. Ο συγγραφέας παραθέτει τον «Πωρικολόγο» στο τέλος του βιβλίου του, αλλά επανέρχεται στις καταστάσεις και στους χαρακτήρες του σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, χρωματίζοντας με έναν απολαυστικά ανάλαφρο τόνο τη λεξικογραφική του εργασία, που απαλλάσσεται έτσι ευθύς εξαρχής από τον οποιονδήποτε ακαδημαϊσμό.

Η ιστορία των ονομάτων δεν μπορεί παρά να είναι η ιστορία των ανθρώπων και του τρόπου της ζωής τους σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Διαβάζουμε φερειπείν για το «ελληνικό μαύρο χρυσάφι», που δεν είναι άλλο από τη σταφίδα η οποία μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας ήταν το μόνο αξιόλογο εξαγώγιμο προϊόν του νεαρού ελληνικού κράτους, ή για τα πορτοκάλια, που υπήρξαν για πολλά χρόνια είδος πολυτελείας στην Ευρώπη, ένα «πανάκριβο δώρο άξιο για βασιλόπουλα και αρχοντόπουλα». Διαβάζουμε ακόμα για το κεράσι που ήρθε από τη Μικρά Ασία, για το δαμάσκηνο που ήρθε από τη Συρία ή για το ροδάκινο που ήρθε από την Περσία.

Γιατί οι λέξεις, όπως και οι καρποί ή τα φρούτα, δεν υφίστανται φυλετικούς ή εθνικούς περιορισμούς: περνούν ελεύθερα από τη μια γλώσσα στην άλλη, διασχίζουν ηπείρους και διαπλέουν θάλασσες μαζί με όλα εκείνα τα οποία ονοματίζουν, για να σβήσουν σιγά-σιγά τα ίχνη της ιστορικής τους διαδρομής και να μας αφήσουν με την εντύπωση πως βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί όπου τις πρωτοσυναντήσαμε. Ο Σαραντάκος, ωστόσο, σπεύδει να μας υπενθυμίσει πως τίποτε δεν είναι αυτονόητο και ξεδιπλώνει με κέφι και χιούμορ μια λεξιλογική περιπέτεια πολλών αιώνων.