Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Κι έζησαν αυτοί καλά κι ο άπληστος Έλληνας καλύτερα

“Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”. Έτσι κλείνει τα παραμύθια του ο ελληνικός λαός, σε μετάφραση του “and they lived happily ever after” με το οποίο κλείνουν τα παραμύθια τους παραδοσιακά οι Βρετανοί. Είδες τι έκανε εκεί ο πονηρός; Έβαλε και τον εαυτό του στην εξίσωση.  Σε ένα παραμύθι που προφανέστατα δεν έχεις αναφερθεί εσύ ως πρωταγωνιστής, ούτε κατά διάνοια, σε ένα φινάλε που περιμένουν λυτρωτικά για να ζήσουν ευτυχισμένα η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη, τα 3 γουρουνάκια και κάθε άλλος ήρωας παραμυθιού, ο Έλληνας θέλει να βάλει και την πάρτη του στο θεϊκό σχέδιο.

Θέλει κι αυτός να ζήσει καλά. Μάλλον όχι. Θέλει να ζήσει ακόμα καλύτερα από τους ήρωες των παραμυθιών. Λες και έχει ανάγκη το 7χρονο παιδάκι να νιώσει στο κρεβάτι του την ασφάλεια μιας ονειρικής ζωής. Λες και είχε κάποια απαίτηση το παιδί από το παραμύθι που ακούει για να νυστάξει. Έχει απαίτηση. Να είναι ενδιαφέρον το παραμύθι, να έχει ωραία πλοκή, να του το λέει η γιαγιά του. Η ατάκα στην αυλαία είναι βίτσιο όλων των υπολοίπων.

Γιατί το έχουμε αυτό ως λαός. Να τρυπώνουμε στην ευτυχία των άλλων και να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε κάτι από αυτό. Βλέπουμε ένα καλό business plan; Θέλουμε μερίδιο ή να το αντιγράψουμε. Βλέπουμε ένα ζευγάρι να περνάει καλά; Θέλουμε το ίδιο για τους εαυτούς μας. Βλέπουμε τον διπλανό να έχει Porsche Cayenne. Θα πάμε να πάρουμε Porsche Cayenne S.

Αδυνατούμε πολλές φορές ως λαός (και βάζω φυσικά και τον εαυτό μου μέσα) απλά να χαρούμε με την ευτυχία του άλλου. Να δούμε κάτι το ευτυχές να συμβαίνει γύρω μας χωρίς να σκεφτούμε αμέσως το πώς θα καταφέρουμε κι εμείς να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι.

Πόσες και πόσες φορές δεν έχεις δει τον φθόνο στα μάτια των φίλων σου; Σε μια φίλη σου 35χρονη που έχει μείνει στο ράφι την ώρα που αποχαιρετά την τελευταία παντρεμένη κολλητή της. Σε έναν φίλο σου που του εξιστορείς την τελευταία σου επαγγελματική επιτυχία και βλέπεις στα μάτια του τη ζήλεια για αυτό σου το κατόρθωμα.  Έχουμε έμφυτη την τάση του “εμείς να είμαστε καλά κι οι άλλοι δεν μας νοιάζει”. Και είναι μια λογική που έχει ένα καλό και ένα κακό μονοπάτι.

Το καλό μονοπάτι. Είναι αυτό που σου δίνει καύσιμο, δύναμη και σπίθα για να παλέψεις για κάτι παραπάνω. Αυτό που θα σε οδηγήσει στην επιτυχία, όχι γιατί φθονείς αυτό που έχει ο άλλος αλλά γιατί η επιτυχία του άλλου αποτελεί πρότυπο. Έτσι λειτουργούν τα πρότυπα. Θαυμάζεις, αντιλαμβάνεσαι, σχεδιάζεις.

Και είναι πάρα πολύ υγιές να βρίσκεις πράξεις και ανθρώπους που να θαυμάζεις τόσο πολύ ώστε να δραστηριοποιείσαι. Οι ιστορίες της ζωής και όχι των παραμυθιών είναι σημείο εκκίνησης, προβληματισμού και δράσης. Ο άνθρωπος χρειάζεται πρότυπα για να έχει στόχους. Χρειάζεται παραδείγματα και σχέδια που πέτυχαν για να πιστέψει και ο ίδιος στον εαυτό του.

Το κακό μονοπάτι. Αυτό που ακολουθούμε τόσα χρόνια. Αυτή η ανίκητη πάλη να βγάζουμε περισσότερα, να έχουμε περισσότερα, να ζούμε με περισσότερα. Όχι απλά περισσότερα. Περισσότερα από τους άλλους γύρω μας.

Και είναι αυτή η λογική που μας κάνει πολλές φορές ως Έλληνες και ειδικότερα ως άνδρες να ξεφεύγουμε από αυτά που μπορούμε να φτάσουμε. Αυτή η λογική που μας κάνει να χαλάμε περισσότερα λεφτά από όσα έχουμε για να ικανοποιήσουμε τον εγωισμό μας, για να ρίξουμε τη γκόμενα, για να φανούμε καλύτεροι στην παρέα.

Προφανώς δεν τα κάνουμε όλα αυτά επειδή η γιαγιά μας τελειώνε τα παραμύθια με το “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”. Αλλά σκέψου πόσο έχει ποτίσει η ζωή μας με την ανάγκη για happy ending που το συναντάμε καθημερινά στη ζωή μας. Στις κουβέντες με τους φίλους μας, στη δουλειά μας, στα παραμύθια μας. Τόσο μάταια, τόσο αστεία.

Τα Τρία Γουρουνάκια να είναι καλά. Κι ας μην είμαστε εμείς καλύτερα

 Χρήστος Χατζηιωάννου