Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Ο αργαλειός του φόβου. Που σε υφαίνει.

Αν μπορείς να κάτσεις ακίνητος, κάτσε· ακίνητος και νιώσε.
Από την κοιλιά ξεκινά. Αν είναι πολύς, καμιά φορά κι από τις φτέρνες.
Συνήθως όμως από την κοιλιά. Χαμηλά. Κάτι σαν λίγωμα.
Ή μούδιασμα. Ή ανακάτεμα. Σαν ανακάτεμα με κουτάλα.
Κι ύστερα ανεβαίνει.
Από μπροστά και πίσω. Φουσκώνει τους πνεύμονες. Ο θώρακας γίνεται γρήγορος. Το πρόσωπο καίει. Και η σκέψη πήζει.
Έφτασε στο κεφάλι.

Όλα εργάζονται ρυθμικά. Ο αργαλειός του φόβου. Που σε υφαίνει.
Νήματα ξεκινούν από πού, από δω από κει. Νήματα μεταξύ πλευρών, ιστών, μυών κι οργάνων. Μπλέκονται, ξεμπλέκονται, ξέρουν τον δρόμο τους.
Λευκά και κόκκινα νήματα από την ανέμη του μυαλού· ξεπετάγονται.
Αφηνιασμένα νήματα που ξέρουν να πλέξουν· εσένα.

Πλοκή, συμπλοκή, εμπλοκή. Το αίμα χτυπάει, σφαδάζει, πιέζει να βγει. Μείνε ακίνητος. Τώρα υφαίνεσαι. Μη χαλάσεις το υφαντό. Δε θες να μείνεις. Θες να πεταχτείς και να πηδήξεις ψηλά. Να παλέψεις. Να τρέξεις μ’ όλη σου τη δύναμη. Ακόμα και προς τον τοίχο.

Αλλά να τρέξεις, αυτό θες, να φύγεις από κει. Να σκίσεις το υφαντό –  ποιο υφαντό; το γόρδιο χωνευτήρι που σε ρουφάει βαθιά εκεί που δεν αντέχεις. Και, ναι, πετάγεσαι. Καθόσουν υφασμένος· εσύ κι αυτό που δεν αντέχεις. Και τινάζεσαι απότομα. Τ’ αποδιώχνεις όλα. Τα πετάς (νήματα και φλέβες), και τρέχεις.

Με νήματα και φλέβες ν’ ανεμίζουν.
Χωρίς μυαλό, χωρίς ανέμη.
Τρέχεις, φωνάζεις. Κοιτάζεις πίσω να δεις μήπως σ’ ακολουθείς. Μη και καραδοκείς να σε πιάσεις ξανά στον αργαλειό σου.

Έχεις τρέξει πολύ. Ναι, χρόνια έχεις τρέξει, ξανά και ξανά. Τρέχεις με νήματα και φλέβες γύρω σου. Πού πας και τρέχεις. Από την ανέμη δεν ξεφεύγεις. Όσο κι αν τρέχεις, η ανέμη ξετυλίγεται. Μείνε. Κάτσε ακίνητος αν μπορείς. Μπορείς: κάτσε ακίνητος! Το νήμα ξετυλίγεται. Βρίσκει το δρόμο του μέσα σου. Γύρω σου.  Δες το υφαντό. Δες την τέχνη του. Εσύ κι αυτός που καραδοκεί – εσύ κι αυτός υφανθείτε μαζί.

Να σπάσει! Να σπάσει ο αργαλειός του φόβου, θες. Να σπάσει! Να γίνει κομμάτια. Στα κομμάτια δεν θα βρεθείς. Στο στημόνι θα βρεθείς και στην ύφανση και στο συνταίριασμα νήματος και φλέβας. Κι όταν το υπέροχο εργαλείο κάνει τη δουλειά του, μόνο νήματα θα είσαι. Μέσα του. Και λίγο λίγο, νά ένα δάχτυλο, νά όλο το χέρι, θα ψάχνεις να βγεις. Και μόνος σου θα ξετυλιχτείς. Θα βγεις ζωντανός δίχως φλέβες και νήματα.

Αλλά ολόκληρος θα έχεις βγει ολόκληρος από αυτό που φοβόσουν πως τόσο πολύ φοβάσαι.

Ανέμη
Τιτίκα Δημοπούλου