Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Γονίδιο και Ύπνος

Λίγα συναπτά 24ωρα κακού ύπνου αρκούν για να διαταραχθούν 700 διαφορετικά γονίδια, που σχετίζονται μεταξύ άλλων με το βιολογικό μας ρολόι, τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή και την λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Το εύρημα αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η έλλειψη ύπνου είναι τόσο επιζήμια για την υγεία, λένε οι ειδικοί.Στη νέα μελέτη συμμετείχαν 26 εθελοντές, τους οποίους υπέβαλλαν οι ερευνητές σε στέρηση ύπνου (δεν τους άφηναν να κοιμηθούν αρκετά).


Αναλύσεις αίματος που έγιναν πριν και μετά την στέρηση ύπνου, αλλά και πριν και μετά από περίοδο άφθονου ύπνου, έδειξαν ότι η κούραση είχε διαταράξει την δραστηριότητα των 700 γονιδίων, καθιστώντας άλλα εξ αυτών ανενεργά και άλλα υπερδραστήρια.

Στα γονίδια που επηρεάσθηκαν συμπεριλαμβάνονται γονίδια των κιρκάδιων ρυθμών (είναι το βιολογικό μας ρολόι), του μεταβολισμού, των αντιδράσεων στο στρες και του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Ντερκ-Γιαν Ντίικ, καθηγητή Ύπνου & Φυσιολογίας και διευθυντή του Κέντρου Μελέτης του Ύπνου στο Πανεπιστήμιο του Σάρει, χαρακτήρισαν τον ύπνο «πυλώνα της υγείας» εφάμιλλο με την υγιεινή διατροφή και την συστηματική γυμναστική.
Η μελέτη

Ο δρ Ντίικ και οι συνεργάτες του ανέλυσαν στο αίμα των εθελοντών τους το RNA – τον «αγγελιοφόρο» που μεταδίδει κωδικοποιημένες «οδηγίες» από τα γονίδια στα κύτταρα. Το RNA μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να μετριέται η γονιδιακή δραστηριότητα.

Οι εθελοντές κοιμόντουσαν λίγο επί μία εβδομάδα – κατά μέσον όρο 5,7 ώρες κάθε βράδυ. Στο τέλος της περιόδου, έμειναν ξύπνιοι επί 40 ώρες, με τους ερευνητές να παίρνουν ανά τρίωρο δείγματα αίματος.

Τα ευρήματα συγκρίθηκαν με εκείνα των ίδιων εθελοντών, έπειτα από 10 ώρες ύπνο κάθε βράδυ επί μία εβδομάδα, μετά το τέλος της οποίας πάλι έμειναν ξύπνιοι για 40 ώρες προκειμένου να υποβληθούν εκ νέου σε αιμοληψίες.

«Ο ανεπαρκής ύπνος αναγνωρίζεται ολοένα περισσότερο ως συμβάλλων παράγοντας σε πλήθος προβλημάτων υγείας», γράφουν στην αμερικανική επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences» (PNAS).

«Πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει ότι η αυτοαναφερόμενη μικρή διάρκεια ύπνου – οριζόμενη στις περισσότερες από αυτές ως λιγότερο από 6 ώρες – σχετίζεται με αρνητικές εκβάσεις για την υγεία, όπως η αυξημένη θνησιμότητα απ’ όλες τις αιτίες, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η καρδιαγγειακή νόσος και η διαταραγμένη εγρήγορση και νόηση», προσθέτουν.

Και καταλήγουν ότι «οι παρατηρούμενες βιολογικές διεργασίες μπορεί να σχετίζονται με τις αρνητικές επιδράσεις της απώλειας ύπνου στην υγεία και τονίζουν την αλληλεπίδραση της ομοιόστασης του ύπνου με την κιρκάδια ρυθμικότητα και τον μεταβολισμό».

Πάντως, προς το παρόν, οι Βρετανοί ερευνητές αναγνώρισαν ότι δεν μπορούν να πουν με βεβαιότητα κατά πόσο οι γονιδιακές μεταβολές στους στερημένους από ύπνο ανθρώπους είναι περισσότερο μια επιβλαβής βραχύβια αντίδραση του οργανισμού ή μια ένδειξη μακρόχρονης βλάβης. Γι’ αυτό, θα χρειαστούν κι άλλες έρευνες σε βάθος χρόνου για να φωτίσουν το ζήτημα.

Μελλοντικά, οι επιστήμονες δεν αποκλείουν την εύρεση ενός αιματολογικού- γενετικού τεστ, που θα δείχνει κατά πόσο το σώμα ενός ανθρώπου έχει επηρεαστεί αρνητικά από την έλλειψη του ύπνου. Αυτό θα είναι χρήσιμο, με δεδομένο ότι ορισμένες ουσίες, όπως η καφεΐνη, μπορούν να «καμουφλάρουν» τις συνέπειες της αϋπνίας και έτσι οι άνθρωποι να μη συνειδητοποιούν τη φθορά για τον οργανισμό τους.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι όσοι συστηματικά κοιμούνται λιγότερες από πέντε ώρες κάθε βράδυ έχουν κατά 15% αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, σε σχέση με όσους απολαμβάνουν τον ύπνο τους.

Από την άλλη όμως, ο καθηγητής ψυχοφυσιολογίας Τζιμ Χορν του Κέντρου Ερευνών για τον Ύπνο του Πανεπιστημίου του Λαφμπόροου επεσήμανε ότι «συχνά υπερτονίζονται οι δυνητικοί κίνδυνοι από την έλλειψη ύπνου και η ανάγκη για ύπνο οκτώ ωρών, προκαλώντας υπερβολική και περιττή ανησυχία σε πολλούς ανθρώπους», κάτι που φαίνεται να τροφοδοτεί και η νέα μελέτη.

Όπως είπε ο Βρετανός ειδικός, «πρέπει να προσέχουμε και να μη γενικεύουμε ευρήματα τέτοιου είδους. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι απόλυτα ικανοποιημένοι με έναν ύπνο έξι ωρών και, άλλωστε, δεν μετρά μόνο η διάρκεια του ύπνου, αλλά και η ποιότητά του».